Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Δημήτρης Νεονάκης - Λίθινο


Τον Δημήτρη Νεονάκη πρώτη φορά τον είχα ακούσει ζωντανά πριν από εφτά χρόνια, πρέπει να ήταν 2005, όταν είχα κατέβει στην Αθήνα με αφορμή μια σειρά εμφανίσεων του Σταμάτη Μεσημέρη σε ένα μαγαζί του οποίου το όνομα δεν μπορώ να θυμηθώ. Μεγάλη μετεφηβική αγάπη – στην εφηβεία δεν άκουγα καθόλου ελληνική μουσική – και αφού γνωριστήκαμε, ένας φίλος μέχρι το τέλος.

Στη συναυλία αυτή, ένα νέο παιδί γύρω στα 25 έπαιζε κιθάρα δίπλα στο Σταμάτη και συχνά έδειχνε πως είχε τις δυνατότητες να εξελιχθεί σε έναν πολύ καλό μουσικό. Το συγκράτησα το όνομά του και όταν λίγους μήνες πριν κυκλοφόρησε ο προσωπικός του δίσκος η πρώτη μου σκέψη ήταν πως θα είναι ένας δίσκος με ροκ στοιχεία. Έπεσα έξω και χαίρομαι διπλά.


Πρώτα γιατί είναι ευχάριστο να περιμένεις κάτι διαφορετικό και να υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης. Κυρίως όμως γιατί ο δίσκος του Νεονάκη έχει παραδοσιακά ηχοχρώματα, με την Κρήτη να δίνει δυναμικά το παρών και μάλιστα με εξαιρετικούς μουσικούς. Αρχικά οι λυράρηδες, αφού αναφερόμαστε στην Κρήτη: ο Ιάκωβος Πατεράκης, ένας απίστευτος λυράρης που είχα δει ζωντανά σε μια συνεύρεση λυράρηδων στα Αρμανώγεια και άρχισα να σκέφτομαι ότι στην Κρήτη όχι μόνο δεν υπάρχει απομάκρυνση από την παράδοση και τα παραδοσιακά όργανα αλλά πως αυτή ή γενιά μουσικών είναι ακόμα καλύτερη από την προηγούμενη και σε δεξιοτεχνία και σε γνώσεις. Ο Ζαχαρίας Σπυριδάκης είναι επίσης ένας αναγνωρισμένος λυράρης, με πλούσιο βιογραφικό και..ακόμα πιο πλούσια παιξίματα. Και αφού δεν υπάρχει αναφορά σε άλλα έγχορδα υποθέτω πως ίδιος ο Νεονάκης είναι αυτός που παίζει αυτά που ακούγονται.

Βέβαια, το να μαζευτούν μερικοί καλοί μουσικοί δεν αποτελεί εγγύηση επιτυχίας. Ένα καλό υλικό όμως, με τους κατάλληλους μουσικούς, μπορεί να απογειωθεί και γι’ αυτό ακριβώς, ιδιαίτερα σε μέρη όπου ο μουσικός μπορεί να αφήσει τη σφραγίδα του όπως π.χ. σε παραδοσιακά κομμάτια ή jazz, μουσικοί με μεγάλες δυνατότητες μπορούν να δώσουν άλλη διάσταση στο μουσικό κείμενο.


 Ο δίσκος του Δημήτρη Νεονάκη έχει κι άλλα πολλά θετικά γνωρίσματα, εκτός από την «καταταγωγή» του και τους μουσικούς. Οι συνθέσεις, άλλοτε σε πιο μελωδικά μονοπάτια και άλλοτε σε χαρακτηριστικούς γρήγορους Κρητικούς ρυθμούς, μου έφεραν ξανά συναισθήματα όπως όταν ακούω αγαπημένους δίσκους αυτού του μουσικού χώρου, όπως για παράδειγμα τις δουλειές του Αχιλλέα Περσίδη καθώς και εδώ έχουμε μια σύγχρονη ματιά και καινούργιο υλικό χωρίς όμως να απομακρυνόμαστε από κλίμακες γνώριμες στις οποίες πατούν κλασικές κρητικές γραμμές. 

Ακόμα και μ’ αυτές τις γνωστές κλίμακες ωστόσο –στη λύρα κυρίως - ακούμε το Νεονάκη να κάνει πολύ ενδιαφέροντα αρπίσματα ή γεμίσματα στην κιθάρα ενώ και οι συνδυασμοί των οργάνων βοηθούν στην ανάδειξη των συνθέσεων.  Δέκα ορχηστρικά κομμάτια με δυναμισμό αλλά και ευαισθησία που δεν απευθύνονται με κανέναν τρόπο μόνο στους λάτρεις της κρητικής μουσικής αλλά σε όποιον θέλει να ακούσει μουσικές όμορφες, βασισμένες στα συναισθήματα και τα πατήματα της παράδοσης, από νέους ανθρώπους και με πολύ μεράκι. Κομμάτια όπως οι «Απεσωκαριανές κοντυλιές» και «Το κρασί του κόκκου» προσφέρουν τις εξάρσεις του δίσκου  ενώ το ομότιτλο «Λίθινο» είναι μια γεννήτρια συναισθημάτων και εικόνων, από τα πιο όμορφα κομμάτια που έχω ακούσει αυτήν την περίοδο.


Εκτός από τους προαναφερθέντες έπαιξαν άρτια και οι  Νικόλας Χριστόπουλος (καχόν, μπεντίρ), Μιχάλης Μπουτσάκης (σάζι), Νίκος Πέτρος Κουλούρης (κλαρίνο, νέι) και Γιώργος Τζωρτζάκης (Στάμνα, μπεντίρ).

Και για να κλείσω επιστρέφοντας στην αρχή, αντιγράφω από το cd: «…ένα ευχαριστώ επίσης και στο φίλο μου το Σταμάτη για την ώθησή του να ξεκινήσει αυτό το έργο. Το “Μετά το μεσημέρι” του ανήκει».


Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Chromatic Sequence – Belle époque



Tα προβλήματα ξεκινούν ήδη από την αρχή. Υπάρχει ένα συγκρότημα, έχουν μια καινούργια δουλειά, πρέπει να περιγράψω – ανάμεσα στα άλλα – και τι περίπου μουσική παίζουν. Εκτός όμως από τα δύσκολα, από την αρχή ξεκινούν και τα ενδιαφέροντα. Και αυτό γιατί μεταξύ των πολλών θετικών των Chromatic Sequence, η μίξη στοιχείων διαφορετικών ειδών μουσικής είναι αυτό που όχι μόνο διατηρεί σταθερό το ενδιαφέρον, αφού πρώτα το έχει κεντρίσει, αλλά προκαλεί  και το θαυμασμό για το αποτέλεσμα που έχει επιτευχθεί.

Η ιστορία ξεκίνησε στην Αθήνα το 2007. Με δικά τους λόγια: «Ιδρυτής και συνθέτης του σχήματος είναι ο Γιώργος Στεφανακίδης, του οποίου το όραμα μοιράζονται εξαιρετικοί καλλιτέχνες. Το όραμα αυτό είναι η σύμπραξη δύο μουσικών κόσμων, αυτού της κλασικής και αυτού της ηλεκτρονικής. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός ήχου καινούργιου και πρωτότυπου που αποκτά ιδιαίτερες διαστάσεις όταν το βλέπει κανείς live! 


Το πρώτο πόνημα του σχήματος ήταν o δίσκος “7 μέρες μακριά” που κυκλοφόρησε το 2007 και παρουσιάστηκε σε συναυλίες που χαρακτηρίστηκαν για την ιδιαιτερότητά τους τόσο μουσικά όσο και εικαστικά. Ο πρώτος τους self-release δίσκος διανεμήθηκε δωρεάν στις συναυλίες τους και χαρακτηρίζει την ιδιαιτερότητα του σχήματος ως προς τη σχέση του με τη μουσική και το κοινό.

Το 2010 οι Chromatic Sequence κυκλοφόρησαν το δεύτερό τους δίσκο με τίτλο “Allou Fun Dark”. Το έργο αποτελείται από σκοτεινά τραγούδια και κείμενα (γραμμένα από το Γιώργο Στεφανακίδη) που παρουσιάστηκε ως μουσική/θεατρική παράσταση στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 


Το καινούργιο έργο του σχήματος με τίτλο “Belle Epoque” είναι ένα βήμα πιο μακριά στην μουσική αναζήτηση των Chromatic Sequence. Το κλασικό γίνεται κλασικότερο και το ηλεκτρονικό ηλεκτρονικότερο! Η ορχήστρα μεγάλωσε και οι μουσικές απαιτήσεις αυξήθηκαν. Οι μελωδίες μπλέκονται με τραγούδι, breaks, λούπες και ρυθμούς πειραγμένους δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο που ακροβατεί ανάμεσα στο ambient και το noise χωρίς ποτέ να χάνει το μουσικό και μελωδικό του ενδιαφέρον».

Με έναν από τους πιο ιδιαίτερους και ποιοτικούς δίσκους της δεκαετίας που έφυγε, το “7 μέρες μακριά” δημιούργησε ένα προηγούμενο εξαιρετικά υψηλών προδιαγραφών. Ύστερα από το σκοτεινό “Allou Fun Dark” οι Chromatic Sequence κυκλοφορούν το “Belle Epoque”. Πριν ασχοληθούμε με το μουσικό μέρος είναι κάτι άλλο που πρέπει να αναφερθεί.

Παρ΄όλο που διαθέτουν ένα χαρακτηριστικό μουσικό ύφος, η έννοια της αισθητικής είναι ένα γενικότερο χαρακτηριστικό τους. Από ένα μάλλον κλασικό artwork στον πρώτο δίσκο σε μια πανέμορφη δεύτερη κυκλοφορία με 14 έγχρωμες εικονογραφημένες κάρτες, ενώ στο  “Belle Epoque” ένας τετράγωνος κόκκινος φάκελος κλεισμένος με βουλοκέρι και τη σφραγίδα C.s. Το ότι δεν κρίνεις το βιβλίο από το εξώφυλλο ισχύει και στους δίσκους, εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με μια ξεχωριστή περίπτωση που, όπως είπα και  πριν, αναδεικνύει την αισθητική τους και όχι μόνο στη μουσική. 


Η μουσική ματιά των Chromatic Sequence δείχνει τον τρόπο αντίληψης της μουσικής σαν μια ενότητα. Δεν είναι έντεχνος δίσκος, δεν είναι ηλεκτρονικός, δεν είναι κλασικός και είναι όλα αυτά μαζί. Αλλά ποιος ο λόγος να προσπαθήσεις να περιγράψεις τη μουσική τους; Απλά την ακούς και νιώθεις μικρά μέρη του εαυτού σου να την καλωσορίζουν, να δονούνται ευχάριστα, να περιμένουν τις πρώτες νότες από το κάθε επόμενο κομμάτι.

Ηλεκτρονικοί ήχοι καταλήγουν σε κλασικίζοντα μέρη, όπως στο “Wild times” και στο “Monument” και μπαλάντες όπως η “Aλήθεια” και το “Delusion” συνθέτουν ένα ψηφιδωτό ήχων και συναισθημάτων.

Είναι σαφές για μένα πως ο Γιώργος Στεφανακίδης δεν είναι μόνο ένας νέος άνθρωπος με ταλέντο αλλά και με όρεξη και αγάπη γι’ αυτό που κάνει, με ιδέες και μια πρόταση ξεχωριστή. Θέλω όμως να πω και κάτι ακόμα: στη ηλεκτρονική επαφή που είχαμε όταν ζήτησα να αγοράσω τους δίσκους έλαβα ένα πολύ εκτεταμένο γράμμα, απολογία σχεδόν γιατί τα δυο τελευταία cd δεν είναι δυνατό να διανέμονται δωρεάν αλλά έχουν κόστος 10 και πέντε ευρώ αντίστοιχα!  Για τη θέση του αυτή τον εκτίμησα ακόμα περισσότερο…


Οι μουσικοί που έπαιξαν:
Γιώργος Στεφανακίδης - σύνθεση, ενορχήστρωση, programming, στίχοι, κιθάρα, artwork
Μαρίνα Κολοβού - τσέλο
Ελευθερία Τόγια - βιόλα
Σταματέλλα Σπίνουλα - βιολί
Μαρία Λαβράνου - φλάουτο, πίκολο
Χρίστος Σερενές - πιάνο
Νίκος Παγώνης - τύμπανα
Μαίρη Στεφανακίδη - τραγούδι
Δημήτρης Καρπούζας - ηχοληψία, μίξη
Dave Collins - mastering

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Δημήτρης Οικονομάκης – Bass fairy tales (με τον Τάκη Καπογιάννη)


Το συγκρότημα «Ομαδική Απόδραση» το παρακολουθούσα σχεδόν από την αρχή δημιουργίας του. Είχε αυτό το διαφορετικό από τα περισσότερα άλλα συγκροτήματα της εποχής, αναφέρομαι στο 1995, και δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο που με έκανε να τους ξεχωρίσω, οι μελωδίες, οι στίχοι, οι αρμονίες, τα όργανα, αλλά όλα αυτά μαζί στο σύνολό τους. «Η μπαλάντα του Άιμαν» είχε ακουστεί πολύ τότε και για αρκετό καιρό μετά, όπως και το πολύ ωραίο «ένα βλέμμα φτάνει» με την πολύ όμορφη φωνή της Μαριάνθης Σοντάκη.


Ο Δημήτρης Οικονομάκης δημιούργησε το σχήμα το 1995, όπως αναφέρει ο ίδιος: «ένα “μουσικό όχημα”, που μέσα από την ομαδική δουλειά, στόχο είχε την περιπλάνηση σε διαφορετικά μουσικά ιδιώματα και την εξέλιξη των μουσικών που συμμετείχαν. Η "Ομαδική Απόδραση" παρουσίασε 4 δισκογραφικές δουλειές που ξεκινούν από το "μεταχατζιδακικό" τραγούδι και οδηγούν στον ευρύτερο χώρο της Τζαζ». Ιδιαίτερα σαφές έγινε αυτό, η πιο τζαζ κατεύθυνση, στον τελευταίο δίσκο με όνομα πλέον «Απόδραση», έναν δίσκο που αξίζει να αναζητήσει κανείς αν δεν τον έχει ακούσει.

Στη συνέχεια το συγκρότημα έδωσε τον ήχο του στο «Μπιτ Παζάρ» του Λουδοβίκου των Ανωγείων ενορχηστρώνοντας το δίσκο αλλά και πλαισιώνοντας τον Λουδοβίκο στις ζωντανές εμφανίσεις του. Σαν συνέχεια αυτής της συνεργασίας ήρθαν οι 10 ορχηστρικές παραλλαγές σε τραγούδια του Λουδοβίκου από τον Δημήτρη Οικονομάκη, οι οποίες βρίσκονται στο δίσκο «Ποια πάθη από τον έρωντα».


Έχουμε λοιπόν εδώ την πρώτη προσωπική δουλειά του Δημήτρη Οικονομάκη στο δίσκο με τίτλο “Bass fairy tales”. Οι σπουδές του μπορεί να ξεκίνησαν με μαθήματα κλασικής κιθάρας με δάσκαλο το Νότη Μαυρουδή, στην πορεία ήρθε όμως το κοντραμπάσo με δάσκαλο τον Τάκη Καπογιάννη, πρώτο κοντραμπάσο της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.

 «Ξεκίνησε σαν ένα αστείο στο μάθημα», αναφέρει το δελτίο τύπου: “Αφού δεν υπάρχουν πολλά ωραία κομμάτια για κοντραμπάσο, θα γράψω εγώ, είπε ο “μαθητής”. Το πρώτο κομμάτι ενθουσίασε τον “δάσκαλο” και σε διάστημα δυο περίπου μηνών το “Bass Fairy Tales” είχε ολοκληρωθεί. Με τον Καπογιάννη στο δοξάρι και τον Οικονομάκη στο pizzicato και στην κλασική κιθάρα».


Οι περισσότεροι μουσικοί είναι γνωστοί από την Απόδραση, ομαδική ή... σκέτη. Η Σοφία Μαυρογενίδου στο φλάουτο, ο Γιώργος Κατσάνος στο πιάνο και  το βιμπραντονεόν, ο Σπύρος Μοσχούτης στα ντραμς και ο Τάσος Φωτίου στο σοπράνο σαξόφωνο, παλιοί… δραπέτες , ενώ παίζουν επίσης και ο Ηρακλής Βαβάτσικας accordina και ακορντεόν και ο Ξενοφών Συμβουλίδης όμποε. Μια εξαιρετική ομάδα μουσικών, με λίγα λόγια.


Από την ομάδα αυτή είναι κατανοητό ότι δεν αναφερόμαστε σε έργα αμιγώς για κοντραμπάσο, όπως το “Bass to bass” του Νεκτάριου Καραντζή και του Λάκη Τζήμκα, που ίσως θα σκεφτόταν κάποιοι. Η ανάδειξη του οργάνου γίνεται συνεπώς παράλληλα με άλλα όργανα και μάλιστα με τρόπο προσθετικό. Ο δίσκος ξεκινάει μόνο με κοντραμπάσο με δοξάρι, solo, συνεχίζει στο δεύτερο κομμάτι μαζί με κιθάρα, στο τρίτο με κιθάρα και φλάουτο και πάει λέγοντας μέχρι το έβδομο κομμάτι. Οι ονομασίες των κομματιών περιγράφουν ακριβώς αυτή την εξέλιξη:duet, trio, quartet, quintet, sextet και σαν tutti, το septet για να κλείσει όπως ξεκίνησε, με το κοντραμπάσο μόνο του, σε pizz, υπενθυμίζοντάς μας ποιο είναι το… τιμώμενο όργανο. 


Δεν περίμενα κάτι λιγότερο από τον Οικονομάκη, γνωρίζοντας το ύφος του, χωρίς να σημαίνει βέβαια ότι επαναλαμβάνεται. Οι αρμονίες του είναι όμορφες, τα κομμάτια δεμένα και η εικόνα που σχηματίζεις είναι μιας μουσικής που αναδεικνύει μεν το όργανο προς τιμήν του οποίου έγινε ο δίσκος αλλά χωρίς να γίνεται μια συνεχής προβολή του, κάτι που θα ήταν μάλλον βαρετό. Αντίθετα, η ενορχήστρωση είναι αρκετά ισορροπημένη και το κάθε κομμάτι, εκτός προφανώς από το πρώτο και το τελευταίο, είναι μια πολύ ευχάριστη και μελωδική ακρόαση “ισότιμων” οργάνων δομώντας συνολικά έναν ορχηστρικό δίσκο που, δεν ξέρω αν δικαιολογεί τον τίτλο του, αλλά σίγουρα μας προσφέρει μια πολύ αξιόλογη δημιουργία του Δημήτρη Οικονομάκη (και των μουσικών). Ένας δίσκος, μεταξύ πολλών ορχηστρικών δίσκων, που περιμένει και πρέπει να ανακαλυφθεί.  



Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Λένα Πλάτωνος – Συνέντευξη



(Ιούλιος 2011)

-Η μελοποίηση του Καβάφη ήταν, νομίζω, παλιό απωθημένο…

-Ήταν παλιό απωθημένο αλλά εγώ φοβόμουν ότι δε μελοποιείται!  Είχα πει ότι δε μελοποιείται ο Καβάφης. Τελικά, μια ωραία πρωία – για την ακρίβεια ήταν μεσημέρι –μου έρχεται μια φαεινή ιδέα: να κάνω Καβάφη με το Γιάννη… παίρνω λοιπόν το Γιάννη τον Παλαμίδα τηλέφωνο και του λέω… Κ.Κ.! Μάλιστα η Σαβίνα,  όταν της είπα αργότερα ότι έχω ένα απωθημένο να κάνω μαζί της  Εμπειρίκο, μου είπε κάνε Εμπειρίκο για να γίνει  Κ.Κ.Ε.! Το λέγαμε λοιπόν με το Γιάννη συνθηματικά, πριν το πούμε σε άλλους…


Του άρεσε του Παπαϊωάννου το Κ.Κ. και το υιοθέτησε. Ο Γιάννης λοιπόν είχε ενθουσιαστεί, όπως κι εγώ και τηλεφωνιόμασταν για να διαλέξουμε ποιήματα… ο Γιάννης μένει πολύ μακριά, γι’ αυτό. Βέβαια όταν ξεκίνησε το έργο, να γράφεται, ο Γιάννης ήταν εδώ πάρα πολύ συχνά και με βοήθησε πάρα πολύ με την παρουσία του και βοήθησε και στη ενορχήστρωση… το ενορχηστρώναμε και γράφαμε τη φωνή. Κύλησε όμορφα, ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία…

- Μουσική με στίχους ή μόνο μουσική; Είναι πιο ελεύθερη διαδικασία το δεύτερο;

-Μου αρέσουν εξίσου.  Την ίδια ελευθερία αισθάνομαι. Είχα ξεκινήσει και από τη Βιέννη με εγγλέζικους στίχους αλλά και στη «Λιλιπούπολη» είχα ξεκινήσει με στίχους ξένους – όχι δικούς μου -  της Μαριανίνας Κριεζή… και ήταν και τέλειοι στίχοι…

-Η  «Λιλιπούπολη» είναι από τους πλέον ιστορικούς δίσκους… Αλλά και το «Σαμποτάζ» επίσης…

-Βέβαια! Και μετά στις «Μάσκες ηλίου» ήρθε η ώρα για το μεγάλο άλμα! Είπα στον Πατσιφά με τον οποίον είχαμε πολύ στενές σχέσεις, με αγαπούσε και τον αγαπούσα πολύ, λέω Κύριε Πατσιφά σκέφτομαι…. –με είχε ενθαρρύνει η Μαριανίνα σ’ αυτό και της είχα εμπιστοσύνη- να κάνω έναν προσωπικό δίσκο, με μουσική και στίχους δικούς μου… και ερμηνεία δική μου και όχι μόνο, αλλά κυρίως δική μου… «Τους στίχους φοβάμαι, τους στίχους φοβάμαι…» είπε! Αλλά εγώ είχα πάει όλο το καλοκαίρι στο εξωτερικό και  μια βδομάδα αφού γύρισα αυτός «έφυγε»… Ήταν τότε που έπαιξε στο Ολυμπιακό ο Νιόνιος… Πιστεύω ότι από την ταραχή του τη μεγάλη δεν μπόρεσε να αντέξει αλλά έφυγε με έναν τρόπο πολύ λατρεμένο και καταπληκτικό: στο κρεβάτι του την ώρα που κοιμόταν…
Δεν είχε ακούσει λοιπόν τη νέα μου δουλειά. Εγώ την προχωρούσα. Είχα κάνει κι ένα demo μάλιστα το οποίο το είχα πάρει μαζί μου στην Ολλανδία. Δεν το κυκλοφορούσα σε άλλους, μόνο εγώ το άκουγα, όπου πήγαινα, να δω πως είναι… και τελικά έβρισκα ότι ήταν πολύ ισορροπημένο, πολύ συγκροτημένη δουλειά …πριν βγει δηλαδή είχε περάσει από… δικαστήρια δικά μου αλλά και από κριτικές φίλων, στη συνέχεια! Για τις «Μάσκες ηλίου» λέω…
Με είχε βοηθήσει η ταινία “The Wall” που είχα πάει να δω, μόνη μου μάλιστα…
Και ήταν και ένα βιβλίο του Κορτάσαρ, Χούλιο Κορτάσαρ, στο Παρίσι έζησε,  τρομερός! Μου το είχε προτείνει η βιβλιοπώλης, «θα σου δώσω ένα βιβλίο και θα σου αρέσει πολύ» μου είχε πει. Έγραφε κι αυτός μ’ αυτόν τον τρόπο… δεν είχε το πρώτο πρόσωπο να ακολουθείται από την απάντηση του δευτέρου προσώπου αλλά έγραφε πότε στο πρώτο πρόσωπο , πότε στο δεύτερο…. ανακάτευε τα υποκείμενα και τα αντικείμενα… κάτι που είχα κάνει ήδη εγώ στις «Μάσκες ηλίου»

-Η αντιμετώπιση της μουσικής σας από τον τύπο ποια ήταν; Δεν ήταν ότι πιο συνηθισμένο για τα ελληνικά δεδομένα…

-Υπήρξε μια κριτική στον « Ήχο», το περιοδικό…

-Ο « Ήχος» ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση…
-Ήταν μια κριτική τρίστηλη ή τετράστηλη και βγήκε αρκετούς μήνες μετά την έκδοση του δίσκου. Έκανε τομές στο  έργο, κριτικές, είδε το διαισθητικό κλίμα των μασκών, το αντιλήφθηκε (είχα διαισθήσεις, έντονα αποτυπωμένες στις «Μάσκες ηλίου»… πολλά από αυτά τα γεγονότα έχουν συμβεί και σε μένα, στην προσωπική μου ζωή)… έγραφε μάλιστα σε ένα σημείο – θυμάμαι πως έβρεχε κι εγώ ήμουν στη βεράντα και το διάβαζα-  «μας δίνει την ταυτότητα στο χέρι αλλά σε χρόνο δυο-τριών δεκαετιών από τώρα». Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση και με ευχαρίστησε πολύ… είχε αγνές προθέσεις…  

- Ο κάθε δίσκος βέβαια έχει την ιστορία του…

-«Οι  Μάσκες ηλίου» ήταν ορόσημο για τη ζωή μου! Οι στίχοι είχαν αρχίσει να γράφονται από την περίοδο του «Σαμποτάζ».
Όταν γράφαμε το Σαμποτάζ, μας έπαιρνε όλη μέρα… στα διαλείμματα, είχα πάρει μια μηχανή και έλεγα δε θα εξαρτηθώ από κανέναν. Είχα πει ότι θα έγραφα στη μηχανή αυτή που μοιάζει με πιάνο, σαν υποκατάστατο των πλήκτρων του πιάνου. Η Μαριανίνα η οπoία έμενε σπίτι μου την περίοδο του «Σαμποτάζ» όταν τα διάβασε μου είπε : είναι πάάάρα πολύ καλά! Και είχα είπα, μου λέει, και στον Κηλαηδόνη όταν έγραψε τα στιχάκια του ότι εσείς που μπορείτε που γράφετε και να τραγουδάτε πολύ ή λίγο πρέπει να γίνετε τροβαδούροι, δεν υπάρχει τίποτα πιο ιδανικό απ’ αυτό!  Και μετά μπορεί να κάνει και άλλα πράγματα… όπως εγώ που έκανα και άλλους ποιητές, και έκανα και  «το αηδόνι του Αυτοκράτορα». Εγώ δεν βάζω τα δικά μου εδώ… Είχα χρόνια να το ακούσω, το είχε παίξει σε μια εκπομπή ο Νίκος Αιβαλής… Είναι μια “οπερίτσα”…

-…και δυσεύρετος δίσκος δυστυχώς, μέχρι πρόσφατα που επανεκδόθηκε σε cd

-Ναι, ευτυχώς… θυμάμαι το lp…με το ωραίο εξώφυλλο και τα ωραία τα χρώματα…

-O δίσκος δεν είναι πιο όμορφος, αισθητικά;

-Εγώ τον προτιμώ αισθητικά! Το cd τι είναι; Τίποτα…και ο Καβάφης θα έβγαινε σε βινύλιο…

-Βγήκε… και εξαντλήθηκε ήδη…

- Θα ζητήσω να μου στείλουν!
Έλεγα λοιπόν, ότι ο κάθε δίσκος έχει την ιστορία του… το «Γκάλοπ» ας πούμε… το έκανα εσκεμμένα πιο «λαϊκό». Έχασα βέβαια κοινό, αλλά έτσι ήθελα να βγει. Έβγαινα από ένα χωρισμό τρομερά επώδυνο… έβγαλα όλα μου τα απωθημένα πάνω στα τραγούδια του «Γκάλοπ», όχι τα ερωτικά, γενικότερα απωθημένα, τον ψυχισμό μου… και έφτιαξα νομίζω καλά τραγουδάκια… έφτιαξα το «Μάρκο» για παράδειγμα…

-Μόνο καλό τραγουδάκι ο «Μάρκος»;!!!

-Όχι απλά καλό τραγουδάκι! Και στο τέλος έβαλα το στίχο «έτσι μας κυβερνάνε»… είχα γράψει «έτσι μας πολεμάνε»… αυτό ήθελα να βγάλω,  να είναι διφορούμενο… είναι πολιτικό τραγούδι… είναι  πολυεπίπεδο αλλά στο τέλος γίνεται φανερά πολιτικό. Και ο Γιάννης  στο τέλος λέει «έτσι μας κυβερνάνε»… καλή ώρα….

-Κακή ώρα…

-Κακή ώρα, κακή…

-Οι «αναπνοές» ήταν απροσδόκητος δίσκος.

-Οι «αναπνοές» είχαν βγει σε μια περίοδο που περνούσα ένα μεσαίωνα στη ζωή μου, με τη μητερούλα μου που ήταν άρρωστη και έκανα τη νοσοκόμα και δεν είχα όρεξη να ασχολούμαι με τη μουσική… ασχολιόμουν με τη ζωγραφική… Πήγαινα και σε ψυχολόγο, γιατί είχα μια μελαγχολία μετά το θάνατο του πατέρα μου…

-Έχετε αναφέρει την πολύ στενή σχέση που είχατε με τον πατέρα σας…

-Πολύ… πάρα πολύ…
Ο ψυχολόγος, αφού με αποθεράπευσε, μου είπε… είναι καιρός να κάνεις ένα δίσκο… ήταν ένας ερωτικός δίσκος… Είναι ένας δίσκος που αγαπώ… η Σαβίνα ήταν πάρα πολύ καλή…

-Πάντα είναι καλή η Σαβίνα!!!

-Ναι, πάντα είναι καλή η Σαβίνα!!! 
Την άκουγα προχθές στις πρόβες, είχα να την ακούσω καιρό… Γυαλί η φωνή της, απαστράπτουσα… και αλλού βελούδινη…!

-…και όπως λέει η ίδια στο εσώφυλλο του «Σαμποτάζ» ευτυχώς που δε βρήκατε άλλη τραγουδίστρια! Ψάχνατε, λέει,  για πιο ρόκ φωνή…

-Ευτυχώς! Είχα ψάξει για λίγο, αλλά για να σου πω την αλήθεια το είχα ξεχάσει τελείως! Η Σαβίνα έχει ένα μνημονικό τρομερό! Θυμάται κάτι λεπτομέρειες που σε κολλάει στον τοίχο! Αυτό το είχα ξεχάσει! Ευτυχώς που τραγούδησε το Σαβινάκι!!! Ευτυχώς! Και έκανε ωραία κόντρα μερικές φορές με τον Γιάννη Παλαμίδα. Ήταν η γυναικεία άποψη και ο Γιάννης η αντρική… και ας ανέβαινε τόσο ψηλά!

-Παίρνοντας έτσι έναν-έναν τους δίσκους σας φτάσαμε και σε έναν τον οποίον όσοι παρακολουθούν τη μουσική σας θεωρούν έναν από τους καλύτερους: «Μη μου τους κύκλους τάραττε».  Έχουν γραφτεί τόσα πράγματα γι’ αυτόν… και για τον «άπιαστο λέιζερ»!

-Εγώ αισθάνθηκα ότι ο δίσκος δεν άρεσε και έπεσα σε κατάθλιψη! Αυτός ο δίσκος είναι από τους καλύτερους μου… είμαι πολύ τοποθετημένη  σ’ αυτό το δίσκο… τοποθετημένη στο πλαίσιο το καπιταλιστικό… της κοινωνίας της αγοράς και πόσο μας επηρεάζει… τοποθετημένη και ψυχολογικά απέναντι στο ναρκισσισμό, κοινωνιολογικά, σε σχέση με τον άνθρωπο σαν φαινόμενο και τη σχέση του με τη φύση…
 «Ο άπιαστος λέιζερ» είναι ένα κομμάτι που έγραψα για έναν φίλο μου.. ερωτικό… εξαφανιζόταν! Προφητικό κομμάτι… εκεί οδεύει η κοινωνία με τις εικονικές σχέσεις … twitterfacebook

-…και μετά από αρκετά χρόνια, σαν να μην πέρασε μια μέρα… ήρθαν  τα «ημερολόγια»…

- …τα οποία ήταν όντως ημερολόγια… γράφω ημερολογιακά! Αυτά που μου συμβαίνουν αυτά γράφω. Ο «Μάρκος» είναι μια ιστορία που μου συνέβη… της έδωσα τις προεκτάσεις που ήθελα. Πήρα το υλικό, το οποίο ήταν μια δική μου ιστορία και μετά το ανέπτυξα.
Γνώρισα τους Raining Pleasure… μου φέρθηκαν καταπληκτικά….

-Ήταν μια περιόδος που άκουγα για κάποιον  δίσκο που θα ετοιμάζατε με τον Vassiliko.

-Ναι, έχει μείνει ανοιχτό αυτό. Είναι φίλος μου ο  Vassilikos, είμαστε φίλοι από τότε, από το 2005.
 Μου έλεγε λοιπόν ο Vassilikos για την επίδραση της  μουσικής  μου επάνω του, είχε πει και καλά λόγια για μένα σε μια συνέντευξη, σε μια εφημερίδα… εγώ τότε συνερχόμουν από το δεύτερο θάνατο… το θάνατο της μητέρας μου… έμεινα ορφανή…
Σκέφτηκα λοιπόν ότι υπάρχει κόσμος που με παρακολουθεί και οι δίσκοι μου έχουν επίδραση επάνω τους  και όλος αυτός ο κόσμος ήταν σα μια κρυφή, πολύτιμη ουσία κάτω από μια θάλασσα ή μέσα σε ένα αγρό πολύ πλούσιο, κρυμμένοι στο βάθος, αυτή την εικόνα είχα… και έπρεπε σε αυτούς τους φίλους μου να δώσω το στίγμα του τι έκανα, που βρισκόμουν, τι αισθανόμουν, τα τελευταία χρόνια… και έβγαλα τα «Ημερολόγια».

-Οπότε ο Καβάφης διαφοροποιείται αρκετά, με την έννοια ότι δεν είναι προσωπικά σας βιώματα.

-Είναι και δικά μου βιώματα! Τον Καβάφη τον αγάπησα στα 14, από μια θεία μου,  η οποία ήταν μόνη στη ζωή της… είχε συναντήσει τον Καζαντζάκη, το Σικελιανό… ήταν φιλόλογος, ένας τύπος πολύ περίεργος… ζούσε κυριολεκτικά μέσα από τις ρήσεις των μεγάλων φιλοσόφων, των μεγάλων θεατρικών συγγραφέων…
Πηγαίναμε στο σπίτι της μαζί με τη ξαδέρφη, συμμαθήτριά μου στο ίδιο θρανίο και κολλητή μου, Λένα κι αυτή, για να μας προετοιμάσει για τις εξετάσεις για το Λύκειο – χρειαζόταν εξετάσεις για το Λύκειο. Και αντί για προετοιμασία για το Λύκειο γύρισα μια μέρα στο σπίτι μου στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας τότε, και πηγαίνω στο βιβλιοπώλη ζητώντας τα άπαντα του Καβάφη, το “De Profundis” του Όσκαρ Ουάιλντ, το «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων» του Ντοστογιέβσκι και τα άπαντα του Σικελιανού.
Το πρώτο ποίημα που έμαθα απέξω ήταν το «Μακρυά»

«Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω...
Μα έτσι εσβύσθη πια... σαν τίποτε δεν απομένει —
γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.
Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί...
Εκείνη του Aυγούστου — Aύγουστος ήταν; — η βραδυά...
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν, θαρρώ, μαβιά...
A ναι, μαβιά· ένα σαπφείρινο μαβί».

Το έλεγα κι έκλαιγα…
Πολύ ζωντανός λόγος… σαν θεατρικός… μου έκανε τόσο εντύπωση!
Έχω επηρεαστεί από αυτή την πλευρά του Καβάφη…

-Άκουσα ότι η επόμενη δουλειά σας θα είναι σε αγγλόφωνη ποίηση…

-Ναι… αλλά πριν απ’ αυτό υπάρχει κάτι άλλο που σκέφτομαι αλλά ακόμα δεν το ανακοινώνω… μια συνεργασία με μια γνωστή τραγουδοποιό και με το Γιάννη… Έχουμε ήδη δυο τραγούδια… θα δούμε…
Η αγγλόφωνη ποίηση είναι Ντύλαν Τόμας… έχω ήδη γράψει ένα κομμάτι… θέλησα να φτιάξω κάτι πιο βατό, πιο ανάλαφρο …και λόγω των περιστάσεων στην Ελλάδα… αν και πιστεύω πολύ στο καλό έργο… πιστεύω ότι το καλό έργο είναι επαναστατικό.

-Όπως και η ίδια η τέχνη…

-Όπως και η ίδια η τέχνη…

-Σας ευχαριστώ πολύ.

(Μέρος της συνέντευξης είχε δημοσιευθεί παλιότερα. Αυτή είναι η ολοκληρωμένη μορφή)