Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Μπάμπης Παπαδόπουλος – Απ’ τη σπηλιά του δράκου



Kαι μόνο το γεγονός ότι ως μουσικός χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης στον σκληρό κύκλο των μουσικών μας λέει κάτι εκ προοιμίου. Η μεγάλη θητεία του στις Τρύπες – αλλά και στους Λαϊκεδέλικα του Θανάση Παπακωνσταντίνου ως μέλους  και ως ενορχηστρωτή - αποτέλεσε πολύτιμο εφόδιο για τη συνέχεια με προσωπική δισκογραφία που ξεκίνησε το 2008 και συνεχίζεται. Οι «σκηνές από ένα ταξίδι», η πρώτη του δισκογραφική δουλειά, ταξίδεψαν με τον Μπάμπη Παπαδόπουλο και τον έφεραν στο Πόρτο Δράκο, όπως ονομαζόταν ο Πειραιάς κατά τον 17ο-18ο αιώνα.



Μπαίνοντας στη «σπηλιά του Δράκου» ουσιαστικά μπαίνουμε στους τεκέδες του Πειραιά με τους ρεμπέτες να άδουν τα κυνηγημένα τους άσματα εκφράζοντας με τον δικό τους τρόπο την δύσκολη καθημερινότητά τους. Αυτές τις μουσικές αφουγκράστηκε ο  Μπάμπης Παπαδόπουλος και τις μετέφερε στη νέα του δουλειά.

Μα, τι σχέση έχει ένας ροκάς με τα ρεμπέτικα;


Λάθος ερώτηση. Ο Μπάμπης Παπαδόπουλος είναι μουσικός με την ευρεία έννοια της λέξης. Ο χαρακτηρισμός ροκάς τον μειώνει – ποσοτικά. Οι «σκηνές από ένα ταξίδι» επιβεβαίωσαν τα παραπάνω. Και το «απ’ τη σπηλιά του Δράκου» έρχεται να δείξει έναν μουσικό που εξελίσσεται και το διαπιστώνουμε με ευκολία. ‘‘Αυτή η ηχογράφηση έγινε για να καταγραφούν τα συγκεκριμένα τραγούδια με τον τρόπο που τα νιώθω εγώ σήμερα’’ γράφει ο ίδιος στο σημείωμα του δίσκου. Με ήχο ακουστικό, έξι τραγούδια από τα ρεμπέτικα της δεκαετίας του 1930, ένα τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα από το 1948 και  τέσσερα θέματα-γέφυρες, συνθέτουν μια προσέγγιση ιδιαίτερη, σύγχρονη και προσωπική.

Η «καλόγρια» του Βαγγέλη Παπάζογλου να καταλήγει σε gypsy swing, ο «σινάχης» του Μάρκου με slide κιθάρες και τόσο ο Μπάμπης Παπαδόπουλος στην κιθάρα όσο και ο Διονύσης Μακρής στο κοντραμπάσο να συνοδεύουν με jazz περάσματα τα σόλα του Δημήτρη Βλαχομήτρου στο μπουζούκι. Στα θέματα-γέφυρες παίζει πιάνο ο Γιώργος Χριστιανάκης. Αυτές οι μινιατούρες  και λειτουργούν αλλά και είναι μουσικές γέφυρες του τότε με το τώρα, ως νέες συνθέσεις του Παπαδόπουλου.


Σαφώς και δεν μας ξαφνιάζει η σχέση του με τη Jazz που αποτυπώθηκε και στη συνεργασία του με το Φλώρο Φλωρίδη και όχι μόνο. Αλλά μας εντυπωσιάζει η άνεση που το κάνει και ο τρόπος που καταφέρνει να δέσει τα νέα στοιχεία με τις παραδοσιακές μουσικές γραμμές, οριζόντιες και κάθετες. Είναι αποδεδειγμένα πολύ σύνηθες για έναν οργανικό δίσκο να φλυαρεί και να έχει μερικές, μόνο, ενδιαφέρουσες στιγμές οι οποίες βέβαια δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν όλο το δίσκο. Αυτό είναι ακριβώς ότι δεν συμβαίνει με αυτόν τον δίσκο. Πρώτα απ’ όλα ο δίσκος έχει λόγο ύπαρξης. Δεν έγινε απλά για λόγους προσπάθειας  φρεσκαρίσματος, «ανανέωσης», των τραγουδιών με επίφαση νεωτερισμού. Ο Παπαδόπουλος ήθελε να δώσει μια δική του εκδοχή και τα κατάφερε. Επίσης, ο δίσκος δεν έχει καμμία σχέση και με τις άλλες σύγχρονες απόπειρες διασκευών ρεμπέτικων τραγουδιών. Τα τραγούδια ουσιαστικά ανασκευάζονται, και αυτό γίνεται  λιτά και προσεγμένα . Είναι μια δουλειά αποκλειστικά αφιερωμένη στο ρεμπέτικο, και μάλιστα του Πειραιά, με τρόπο ολοκληρωμένο και όχι μερικό – μια μικρή μόνο αναφορά με ένα δύο τραγούδια.


Πρέπει τέλος να αναφερθεί η πολύ καλή ηχητική απόδοση του δίσκου, με μηχανικό ήχου τον Τίτο Καργιωτάκη ο οποίος έκανε και τις μίξεις, και η οικολογική συσκευασία του δίσκου.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

May Roosevelt - Haunted


Πρέπει να ξεκίνησα να γράφω για το δίσκο πάνω από δέκα φορές και κάθε φορά που άκουγα το δίσκο ήθελα να γράψω και διαφορετικά πράγματα. Tώρα όμως που βρισκόμαστε πλέον στα μέσα του μήνα Μάη (May), είναι ακριβώς ο μήνας που πρέπει να μιλήσουμε ξανά για το δίσκο αυτό.   Ένας δίσκος για τη May Roosevelt που δεν έχει καμιά σχέση με τον προηγούμενο σε όλα τα επίπεδα.


Το θέρεμιν ασκεί τα τελευταία χρόνια μια ιδιαίτερη έλξη σε ακροατές και μουσικούς. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα και οι ακροατές να απολαμβάνουν (και να ψάχνουν να απολαμβάνουν) τους ήχους του στα live και στους δίσκους αλλά και οι μουσικοί να ερωτοτροπούν ολοένα και συχνότερα με το ιδιαίτερο αυτό όργανο. Πολλοί προσπαθούν να μάθουν και συνήθως δεν τα καταφέρνουν ενώ το μεγαλύτερο μέρος όσων ισχυρίζονται ότι παίζουν θέρεμιν κινείται συνήθως σε μέτρια εκτελεστικά επίπεδα. Η May Roosevelt δεν ανήκει σε κάποια από αυτές τις δύο κατηγορίες. Αυτό βέβαια έχει ως αποτέλεσμα και οι προσδοκίες που έχει κανείς από μια καλή μουσικό να είναι υψηλότερες. Η εμπειρία που αθροίζει είτε ως session μουσικός είτε ως μέλος συγκροτημάτων σε συνδυασμό με τις προφανείς, ακουστικά, δυνατότητές της καταγράφονται με δυναμικό τρόπο στη νέα της ηχητική παρουσίαση.  


Ξεκινώντας με τα εξωτερικά του cd παρατηρούμε ένα πολύ καλαίσθητο design και χωρίς ίχνος πλαστικού· ανοίγουμε το  cd σαν… δώρο και μπαίνουμε στο στοιχειωμένο κόσμο του θέρεμιν της May. Οκτώ μουσικά θέματα βασισμένα σε παραδοσιακούς ρυθμούς: φαντάσματα του παρελθόντος; Κάθε άλλο! Κατ’ αρχήν ο ήχος είναι τέτοιος που με κανέναν τρόπο δεν σε πηγαίνει πίσω. Είναι σύγχρονος, με το θέρεμιν παιγμένο με μαεστρία από τη «Μαγιοπούλα Μάγισσα»  να σε μαγεύει και σε πηγαίνει σε έναν κόσμο σκοτεινό, στοιχειωμένο. Ήχος συμπαγής, έβαλε  το χεράκι του –κυριολεκτικά-  και ο ION στη μίξη, μουντός, όσο χρειάζεται για να δημιουργήσει αυτή την απόκοσμη ατμόσφαιρα φόβου, άγνωστης απειλής. Τα μοτίβα αν και κινούνται ρυθμικά πάνω σε ρυθμούς ελληνικών χορών (Ζεϊμπέκικος, Μαντηλάτος, Πωγωνίσιος, Κότσαρι, Ζωναράδικος, Τσάμικος, Καλαματιανός) δεν μεταφέρουν παλιές ελληνικές μελωδίες με τη μορφή παραλλαγών ή οποιωνδήποτε μορφών μουσικής επεξεργασίας. Η Μay δεν είναι ο Σκαλκώτας και δεν προσπαθεί να γίνει. 


Αρχική ιδέα για τη δημιουργία του «Haunted», λέει η May, ήταν το ζεϊμπέκικο «The unicorn died», που ηχογραφήθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη μουσική ακαδημία της Red Bull το Φεβρουάριο του 2010 στο Λονδίνο. Η εξέλιξη της ιδέας αυτής και ο προβληματισμός για τη θέση της παραδοσιακής μουσικής ρυθμολογίας στη σύγχρονη ελληνική χορευτική μουσική οδήγησε στη δημιουργία ενός κύκλου οκτώ κομματιών, οκτώ διαφορετικών παραδοσιακών χορών. 


Μια ποικιλία ήχων και οργάνων δίνουν στα οκτώ αυτά κομμάτια την αίσθηση του υπερφυσικού. Κλείστε τα φώτα, τα παράθυρα. Συγκεντρωθείτε . Αυτός ο ήχος… ήταν σίγουρα  από τα ηχεία;

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Diminuita – Arhythmology


Δεν ξέρω αν ισχύει και στη jazz ότι ισχύει στη μουσική γενικότερα, ότι δηλαδή πηγαίνουμε πίσω αναμασώντας παλιά είδη και μουσικές. Πέρα από νέα ρεύματα -που και αυτά κάπου πατούν- η τάση είναι όπισθεν ολοταχώς. Στη jazz πάντως και συγκεκριμένα στον ελληνικό χώρο που μας ενδιαφέρει περισσότερο, βιώνουμε τα τελευταία χρόνια μια αναβίωση του Gypsy swing ή manouche η οποία προσωπικά με χαροποιεί ιδιαίτερα αφού είναι από τα είδη της jazz που ακούω με περισσότερη ευχαρίστηση. Περιμένω αυτή η αναβίωση να εξελίξει το manouche με τρόπους που ακόμα δεν μπορούμε να φανταστούμε.


Αίσθηση ενός ταξιδιού στο χρόνο δημιουργεί αυτό το άκουσμα, πίσω στη Γαλλία της δεκαετίας του ‘30: γρήγορος – πολύ γρήγορος – ρυθμός, με τις χαρακτηριστικές συγχορδίες του είδους λόγω προφανώς και των… λίγων δακτύλων του αριστερού χεριού του κύριου εκπροσώπου του Gypsy swing, του Django Reinhardt, ο οποίος κατόρθωσε παρ’ όλα αυτά όχι μόνο να ξεπεράσει αυτό του το μειονέκτημα αλλά να κάνει και τους κιθαριστές όλου του κόσμου να παίζουν σαν να έχουν ανάλογο πρόβλημα και οι ίδιοι.

Οι Diminuita είναι ένα συγκρότημα με τρία μέλη. Η Έφη Σαράντη παίζει ρυθμική κιθάρα, ο Κώστας Αρσένης παίζει κοντραμπάσσο και ο Γιώργος Παπαδογιάννης είναι αυτός που θαυμάζει ο ακροατής του manouche γιατί είναι τα ταχύτητατα σόλα στην κιθάρα που τραβούν την προσοχή (ακόμα και στο ροκ) και φυσικά αναδεικνύουν και τη δεξιοτεχνία του κιθαριστή. 
 

Από τα τέλη του 2007 το συγκρότημα εμφανίζεται σε πόλεις σε όλη την Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό και το 2011 κυκλοφορεί τον πρώτο του δίσκο με τίτλο “arhythmology”. Πρόκειται για μια δουλειά με δέκα κομμάτια τα οκτώ από τα οποία είναι του  Γιώργου Παπαδογιάννη. Ο δίσκος ξεκινάει δείχνοντας με το καλημέρα που κινείται μουσικά, κυριολεκτικά, αφού το “Bonjour” είναι και το πρώτο κομμάτι του δίσκου. Το δεύτερο κομμάτι έχει τον περίεργο – πριν ακούσεις το κομμάτι -  τίτλο “J.S. Panther”. H εισαγωγή όμως ξεδιαλύνει τα ερωτηματικά καθώς οι πρώτες νότες από την Toccata and Fugue in D minor του J.S.Bach ακούγονται, και φυσικά όχι από εκκλησιαστικό όργανο αλλά από την κιθάρα του Παπαδογιάννη.  Η συνέχεια είναι μια πολύ ωραία σύνθεση του ιδίου με έντονα ρυθμικά, είναι χαρακτηριστικό του gypsy swing το χτύπημα σε κάθε τέταρτο του μέτρου εξ’ άλλου, και οι γρήγορες αλλαγές των συγχορδιών απαιτούν μεγάλη δεξιοτεχνία και από τον ρυθμικό κιθαριστή. Το κλείσιμο με μέρος από το θέμα του Ροζ Πάνθηρα του Henry Mancini γίνεται με πολύ καλό δέσιμο δικαιώνοντας έτσι και τον τίτλο, όπως αναφέρθηκε.



Οι ευχάριστες εκπλήξεις συνεχίζονται και στο επόμενο. Είναι η σειρά του πασίγνωστου “Bolero” του Maurice Ravel να… εκτζαζιστεί και αυτό πραγματοποιείται με μεγάλη επιτυχία και είναι από τα πολύ δυνατά σημεία του δίσκου όχι γιατί ο δίσκος υστερεί στα υπόλοιπα κομμάτια αλλά γιατί γνωρίζοντας κάποιος ένα κομμάτι και ακούγοντας μια επιτυχημένη διασκευή το συγκρατεί πιο εύκολα.

Μετά το “Ravels” ακολουθεί μια όμορφη μπαλάντα, το «“Bad luckPrince” και μια ρυθμική αλλαγή σε “5/4”: στον δίσκο υπάρχει μια ποικιλία ρυθμών και δίνει επιπλέον ενδιαφέρον στο δίσκο. Στο “Influasitive” που ακολουθεί, διακρίνεις μια εύστοχη συνέχεια από το προηγούμενο και μια ροή που οδηγεί στα  ακόμα πιο γρήγορα “Stretch note valse” και “Douce”, δύο κομμάτια κλασικά manouche στην ταχύτητα και το συνολικό ηχητικό αποτέλεσμα, κλασικά με την έννοια ότι είναι αυτό ακριβώς που έχουμε σαν μουσική εικόνα αυτού του είδους.

Στο “Almost too serious” ακούμε solo τον Γιώργο Παπαδογιάννη σε μια ενδιαφέρουσα δική του σύνθεση και ο δίσκος κλείνει με το ”Ah Bach” ή «Αχ βαχ» στα ελληνικά! Σύνθεση του J.S.Bach σε arrangement του Παπαδογιάννη -όπως και στο «Ravels” - ο οποίος έχει κάνει και την παραγωγή του δίσκου. Είναι ένας κιθαριστής που είναι φανερό ότι έχει δουλέψει πολύ και ως μουσικός και ως ακροατής πάνω στο απαιτητικό αυτό swing και η ευκολία και η καθαρότητα που ανεβοκατεβαίνει στην κιθάρα του το πιστοποιούν.


 Η δισκογραφία είναι ακόμα φτωχή στην Ελλάδα, στο είδος αυτό, αλλά ο δίσκος έρχεται με τους καλύτερους οιωνούς για τη συνέχεια και για το συγκρότημα και για την ελληνική σκηνή. Ο δίσκος δεν πωλείται στα καταστήματα. Μπορείτε να τον παραγγείλετε από το ίδιο το συγκρότημα στο http://diminuita.com/discography

Να αναφερθεί ότι οι Dinuita εμφανίζονται παίζοντας και ρεμπέτικα, σε διαφορετικές βέβαια βραδιές, με πολύ χαρακτηριστικό αποτέλεσμα, χωρίς να έχουν δισκογραφήσει κάτι ανάλογο.

Στις 25 Μάιου στη Θεσσαλονίκη, στο Block 33 και στα πλαίσια του Gypsy Jazz Festival Django Fest”, οι Diminuita θα δώσουν το παρών, όπως έκαναν και στα ανάλογα φεστιβάλ στο πρόσφατο παρελθόν στην Αθήνα. 


Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Χρήστος Λεοντής - Συνέντευξη



-  Κύριε Λεοντή προσπαθώντας να συσχετίσω ανάλογες χρονικές περιόδους, σκέφτομαι ότι μετά την χούντα κάνατε αυτήν την εξαιρετική εργασία σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, προκύπτοντας έτσι ένας από τους αγαπημένους δίσκους της ελληνικής δισκογραφίας. Πρόσφατα, σε μια ταραγμένη επίσης, πολιτικά, κατάσταση επανήλθατε με Γιάννη Ρίτσο αλλά σαφώς διαφορετικού περιεχομένου. Αυτή περίοδος δεν θα μπορούσε να έχει κάτι ανάλογο, πολιτικό;

- Ο εποχές δεν είναι ίδιες πάντα, έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά. Εγώ σ’ αυτή τη φάση δεν ξεκίνησα σαν τραγούδι διαμαρτυρίας, αντίθετα ξεκίνησα τιμώντας τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, το 2009. Έτσι, επεξεργάστηκα το «Καπνισμένο τσουκάλι» και το έκανα για τετράφωνη χορωδία και έτσι παρουσιάστηκε και στα Δημήτρια , στη Θεσσαλονίκη.


Ως εκ περισσού, ήθελα να τιμήσω τον Ρίτσο παίρνοντας ένα από τα τρυφερότερα ποιήματα που είχαν γραφτεί. Ήθελα να δηλαδή να προσεγγίσω και την άλλη πλευρά του Ρίτσου, γιατί δεν είναι μόνο ο ποιητής με τη γροθιά υπερυψωμένη αλλά και ένας ποιητής με τρομακτική ευαισθησία, με τρυφερότητα, με αγάπη με αλληλεγγύη όχι μόνο προς το παιδί του αλλά προς όλο τον κόσμο. Θα τον έλεγα δηλαδή ο τρυφερός αγωνιστής- ποιητής. Και επειδή το «Πρωινό άστρο», για το οποίο μιλούμε, το είχα προσεγγίσει πολύ παλιά και δεν εύρισκα την ευκαιρία να το μελοποιήσω, η επέτειος των εκατό χρόνων από τη γέννησή του Ρίτσου ήταν η αιτία και η αφετηρία που έγραψα   το «Πρωινό άστρο».

Τώρα, οι σημερινές συνθήκες μπορεί να είναι αυτές που είναι, τις ζει όλος ο κόσμος , άγριες, αλλά η ζωή έχει πολλές μορφές. Το κυριότερο στοιχείο που έχει θιγεί στις ζωές των ανθρώπων αυτή τη στιγμή είναι η αξιοπρέπειά τους. Η προσβολή της αξιοπρέπειας και ο εκφοβισμός, ο φόβος που νιώθει ο κόσμος, είναι πιο ουσιαστικά ακόμα και από το οικονομικό μέρος γιατί ο φοβισμένος άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος. Για να αποφασίσει την τύχη του πρέπει να είναι όρθιος, πρέπει να είναι ελεύθερος, όχι φοβισμένος.

Στη μεταπολίτευση, μετά την πτώση της χούντας, κυριαρχούσαν τα τραγούδια του Μίκη.

- …και γενικότερα το πολιτικό τραγούδι… 

- Ναι, αυτό που λέμε πολιτικό τραγούδι. Εγώ λοιπόν, παρ’ όλο που είχα το «Καπνισμένο τσουκάλι» έτοιμο καθώς το είχα γράψει την περίοδο της δικτατορίας, η πρώτη μου έκδοση δεν ήταν το «Καπνισμένο τσουκάλι» αλλά τα τραγούδια του Λόρκα, το «Αχ έρωτα». Και αυτό το επέλεξα επίτηδες γιατί πιστεύω πάντα σε μια ισορροπία. Δηλαδή δεν είναι να βγάζεις από μέσα σου το θυμικό σου ή να βγάζεις το θυμό σου ή την αποστροφή σου σε κάτι… όχι μόνο δηλαδή από την ψυχή αλλά και από το μυαλό. Οι πράξεις μας, με άλλα λόγια, πρέπει να καθοδηγούνται και από τη ψυχή αλλά και από το μυαλό μας, δεν είναι ούτε να θυμώνεις ούτε να εκτονώνεσαι: πρέπει συνειδητά να επιλέγεις αυτό που θέλεις. 


 Το ίδιο θέλω να πω και για σήμερα. Δεν είναι ανάγκη να φωνάξω, το λέει και ο Ρίτσος…

- Ένα πολιτικό τραγούδι δε σημαίνει ότι πρέπει να είναι εμβατήριο, μπορεί να είναι πολιτικό χωρίς την δυναμική του εμβατηρίου.

- Ακριβώς! Το «Πρωινό άστρο» είναι ένας τραγούδι άλλης λογικής. Ένα τραγούδι που δεν έχει τη λογική ούτε της τηλεόρασης, ούτε του ρεμπέτικου, ούτε της μπαλάντας. Είναι ένα τραγούδι που ξεκινάει από άλλου είδους αφετηρία: αυτή της τρυφερότητας και του εναγκαλισμού της ζωής, Μιας ζωής, που για το Ρίτσο όλη του η έγνοια είναι  σε τι κόσμο θα ζήσει το κοριτσάκι που γεννήθηκε (το «Πρωινό άστρο είναι γραμμένο για την κόρη του ποιητή, Έρη). Κι επειδή κι εγώ έχω ένα εγγονάκι δεκατριών μηνών τώρα, έχω κι εγώ αυτά τα αισθήματα. Βλέπεις ένα πλάσμα που γεννιέται, μια ζωή που πάει να ξεκινήσει και η έννοια σου είναι να διαφυλάξεις αυτή τη ζωή σε ένα κόσμο που είναι διαλυμένος… πως θα μπορέσει να κρατήσει ήθος, μια αξιοπρέπεια και να βρει ένα όραμα μπροστά του για μια καλύτερη ζωή, τουλάχιστον όπως την φανταζόμαστε όλοι μας.

Η ζωή δεν είναι πόσα λεφτά έχεις, αυτό το λένε οι αμερικάνοι. Βλέπεις ζάμπλουτους επιχειρηματίες και είναι από το πρωί μέχρι το βράδυ σε ένα γραφείο, οι Ερινύες λες και τους κυνηγούν, και βλέπεις ένα παιδάκι ή έναν άνθρωπο που δεν έχει μία και είναι όλο χαμόγελο, είναι όλος χαμόγελο και η συμπεριφορά του προς τους συνανθρώπους του είναι πολύ ανθρώπινη, πολύ οικεία, πολύ ευαίσθητη. Βλέπεις λοιπόν ότι δεν είναι η οικονομία αυτή που θα σου φέρει την ευτυχία. Είναι όλα τα άλλα: είναι η ανθρωπιά, είναι η αλληλεγγύη, είναι η συμπαράσταση στο συνάνθρωπό σου, είναι η επικοινωνία και η προσπάθεια να δεθείς με τον πρόβλημα του άλλου, να πεις τον πόνο σου και να πει τον πόνο του, να πιείτε ένα ποτήρι κρασί, να κάνετε μια εκδρομή μαζί, να παρακολουθήσετε ένα έργο μαζί, να ακούσετε μουσική μαζί. Αυτά είναι τα στοιχεία της ζωής που δίνουν την ομορφιά. Τα χρήματα το μόνο που δίνουν είναι εξουσία, σου δίνουν δηλαδή το όπλο της βίας. Το χρήμα είναι βία, δεν είναι για εξυπηρέτηση αναγκών. Ενώ ήταν ένα στοιχείο συναλλαγής για να ανταλλάσσονται προϊόντα έγινε αυτό καθαυτό προϊόν: η αγορά χρήματος… δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά! Είναι λοιπόν η προσπάθεια επιβολής και εξουσίας του έχοντος χρήματα σε αυτόν που δεν έχει. Πρέπει όμως να γνωρίζει ο καθένας από μας ότι όταν δεν εξαγοράζεται η συνείδησή σου να ξέρεις ότι είσαι δυνατότερος, ουσιωδέστερος και πιο… μάγκας που λέμε λαϊκά. 

-Αυτά που μου λέτε όμως τώρα δεν αισθάνεστε την ανάγκη να τα πείτε και δημόσια, μουσικά;

(Χρήστος Λεοντής - Γιάννης Ρίτσος, 1963)

-Τα ποιητικά κείμενα καθορίζουν το θέμα κάθε φορά. Όσα έχω δει και έχω αποζητήσει από νέους ποιητές είναι λίγο… μπερδεμένα, δεν είναι ξεκάθαρα σαν θεματολογία. Ίσως δεν έχει ακόμα κατασταλάξει όλη αυτή η υπόθεση στα μυαλά των καλλιτεχνών. 

Αλλά πιστεύω ότι σημασία έχει να μπορέσει αυτή η κατάσταση να μιλήσει σε νέους ανθρώπους γιατί ο νέος μπορεί να εκφράσει καλύτερα την εποχή του από τον παλιότερο, όπως είμαι εγώ. 

Αυτό που κάνω αυτή την περίοδο, μπορείς να πεις σαν αντίδραση σε όλο αυτό που συμβαίνει, είναι να προσπαθώ να βοηθήσω νέους δημιουργούς γιατί ξέρω ότι ο νέος δημιουργός βρίσκει μπροστά του έναν τοίχο. Τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις έχουν αποκλείσει τις μουσικές μας. Έχουν αποκλείσει κάθε τι που έχει να κάνει με το μυαλό των ανθρώπων και την ευαισθησία τους. Διάβαζα μάλιστα τους δέκα τρόπους χειραγώγησης του πληθυσμού, του Αμερικάνου οικονομολόγου….

 -…του Τσόμσκυ…

-Ναι! Μια από τις μεθόδους είναι αυτή η αποβλάκωση και η παρεμβολή στον πολιτισμό για να σε κάνει να μην σκέφτεσαι…
 
Οι καλλιτέχνες λοιπόν που δεν έχουν την νοοτροπία της τηλεόρασης βρίσκουν μπροστά τους έναν τοίχο αδιαπέραστο. Πρέπει λοιπόν να βρεθεί ένα βήμα για να μπορέσουν αυτοί οι άνθρωποι να εκφραστούν, να πουν ό,τι έχουν να πουν, με τη ματιά τη δική τους, για τη σύγχρονη ζωή, ως νέοι άνθρωποι, με τις προσλαμβάνουσες που έχουν από αυτή την κατάσταση και δεν έχουν τον τρόπο.

Εγώ λοιπόν, σε συνεννόηση με τους μουσικούς μου, τον πιανίστα Νεοκλή Νεοφυτίδη – έναν καταπληκτικό συνθέτη , νέος συνθέτης, το ίδιο και ο Μανώλης  Ανδρουλιδάκης στη κιθάρα…

-Γνωστοί μουσικοί βέβαια, τον Μανώλη ειδικά τον βλέπουμε και τον ακούμε πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη.

 -Υπάρχουν και άλλα παιδιά με ωραία τραγούδια που δεν ακούγονται πουθενά. Εγώ όταν κάνω συναυλίες βγάζω δικά μου τραγούδια και βάζω τραγούδια των παιδιών, από δυο - τρία τραγούδια ο καθένας, ούτως ώστε και εκείνοι να δοκιμάσουν τα κότσια τους με τα τραγούδια τους και την επικοινωνία και την επαφή που θα αισθανθούν αλλά και ο κόσμος να μάθει ότι υπάρχουν! Μουσική δεν είναι ο Αντέννα!


Έτσι λοιπόν δέχτηκε όλη η ομάδα των μουσικών μου να παίζουμε δωρεάν. Ζητήσαμε μάλιστα ένα στέκι για να κάνουμε πρόβες, να υπάρχει ένα πιάνο κλπ. Απευθύνθηκα στο δήμο Βριλλησίων, στον Τάκη Βουγιουκλάκη, τον αδερφό της Αλίκης, που είναι πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου και αποδέχτηκαν την πρόταση μου. Υπάρχει μια αίθουσα χειμωνιάτικη στο πνευματικό κέντρο, διακοσίων – διακοσίων πενήντα ατόμων, δε χρειαζόμαστε μεγαλύτερη, και το καλοκαίρι υπάρχει το ανοιχτό θέατρο το οποίο χωράει κάπου χίλια άτομα… υπάρχει και το φεστιβάλ του ανοιχτού θεάτρου… Έχουμε ορίσει την πρώτη συναυλία στις 28 του Μάη όπου θα ακουστούν τραγούδια των νέων μουσικών και δικά μου. Μπαίνω μπροστά κι εγώ γιατί αν ο κόσμος ακούσει νέους ανθρώπους μπορεί και να διστάσει ενώ αν είμαι κι εγώ κάτι μπορεί να γίνει….

Αυτό το θεωρώ σαν μια πολιτική πράξη γιατί θέλω και προσπαθώ να διαφυλάξω όσο γίνεται και την αξιοπρέπεια των συμπολιτών μου αλλά φυσικά και τη δική μας και να καταλάβουμε όλοι μας ότι πρέπει να σταθούμε όρθιοι για να αντιμετωπίσουμε αυτή τη λαίλαπα που μας έρχεται.

-Να αναφέρουμε και τους υπόλοιπους μουσικούς;

-Αυτή την περίοδο υπάρχει μια γκρούπα μουσικών η οποία θα εμπλουτιστεί κι άλλο. Πιάνο ο Νεοκλής Νεοφυτίδης, κιθάρες ο Μανώλης Ανδρουλιδάκης, κλασική κιθάρα ο Αντώνης Παπαγγελής, κοντραμπάσσο ο Τεό Λαζάρου, φυσαρμόνικα ο Μάνος Αβαράκης…

-…μια ορχήστρα μόνος του…

-Ναι, ναι… Μπουζούκι ο Γιάννης Σινάνης που ήταν με το Μητροπάνο και ο αδερφός του Τεό, ο Λευτέρης ο Λαζάρου.
 

Έχουμε αυτή τη βάση άριστων μουσικών, μια λαϊκή ορχήστρα… βαρβάτη. Από πλευράς τραγουδιστών τώρα, ο Μίλτος Πασχαλίδης θέλει να είναι, είναι και κάποια νέα παιδιά όπως η Ιωάννα Φόρτη, η Μαρία Αναματερού… Υπάρχει μια μαγιά ανθρώπων που έχουν και μυαλό και ταλέντο και διάθεση. 

-Σκέφτομαι ότι δίνετε αυτό που πήρατε. Εσείς βρήκατε τις πόρτες ανοιχτές, θυμάμαι (από αφηγήσεις βέβαια) το Θεοδωράκη να παρουσιάζει εσάς και το Λοΐζο ως νέους μουσικούς και ήταν πιστεύω τα πράγματα σαφώς πιο εύκολα για έναν νέο συνθέτη απ’ ότι τώρα. Το ίδιο κάνετε και εσείς. Οι νέοι άνθρωποι που βρίσκουν τώρα τις πόρτες κλειστές είναι πολύ ανησυχητικό για το πώς θα πράξουν όταν μεγαλώσουν και αυτοί…

-Κοιτάξτε, δεν ήταν ανοιχτές οι δικές μας πόρτες, το ίδιο δύσκολα ήταν. Ακριβώς επειδή ήταν κλειστές και για μας και βρέθηκαν παλαιότεροι μουσικοί όπως ο Θεοδωράκης  και ο Χατζιδάκις και μας παρουσίασαν στον κόσμο, μας έδωσαν δηλαδή το βήμα.

-Στις νεότερες γενιές έχει περάσει αυτή η θεώρηση πάντως, ότι τα πράγματα ήταν πιο εύκολα, κυκλοφορούσαν δίσκοι, υπήρχαν εταιρείες που έκαναν την παραγωγή, υπήρχαν πολλές μουσικές σκηνές για εμφανίσεις ενώ τώρα κλείνουν. Θεωρητικά, πιστεύουμε,  ήταν πιο εύκολο να παρουσιάσει κάποιος τη δουλειά του.

-Όχι. Δεν ήταν εύκολο… και σήμερα υπάρχουν μικρές μουσικές σκηνές, υπάρχει το internet που ανεβάζεις όποτε θες, σε μας δεν υπήρχε αυτή η ευκολία, εμείς φτύναμε αίμα… η δική μου δουλειά στο μεγαλύτερο μέρος της είναι ανέκδοτη, ακόμα και τώρα. Οι εταιρείες ήταν για το φαίνεσθε. 

Από τις τελευταίες δουλειές που κυκλοφόρησα είναι το «Χελιδών ηδομένη…», εγώ τον θεωρώ έναν αριστουργηματικό δίσκο…


 -Εξαιρετικός…

-…και δεν τον ήθελε κανείς! Αυτή ήταν και τότε η νοοτροπία, κάθε φορά μου ζητούσαν το προηγούμενο!

-Αυτά που λέγαμε και πριν έξι-εφτά χρόνια, πριν κυκλοφορήσει ο «Έρωτας Αρχάγγελος»…

-Η ουσία είναι πως διδάχθηκα κι εγώ μέσα από τη δική μου, προσωπική εμπειρία και καριέρα. Αγαπώ πιο πολύ το τραγούδι απ’ ότι τον εαυτό μου. Με ενδιαφέρει δηλαδή να υπάρχουν ωραία τραγούδια κι ας μην τα έχω γράψει εγώ.  Είναι ντροπή και κρίμα και απώλεια για τον κόσμο να μην μπορεί να ακούσει αυτά τα τραγούδια. Πρέπει να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Αυτό κάνω με αυτούς τους μουσικούς.

-Μουσική για θέατρο εξακολουθείτε να γράφετε;

-Είχα την τύχη να δουλέψω με ανθρώπους σαν… σαν τον Κουν…. Με τέτοιο κόσμο… τώρα να κάνω τι; Δεν έχω και ενδιαφέρον… με ποιόν να δουλέψω… Άσε που έχουν οργανώσει τις δουλειές έτσι που εγώ μπορεί να τους χαλάω και την πιάτσα, δεν θέλουν ανθρώπους σαν και μένα..ούτε στην Επίδαυρο… ούτε στο Εθνικό, είναι νέοι άνθρωποι, άλλοι άνθρωποι οι οποίοι δημιουργούν τους δικούς τους κύκλους, τις δικές τους γνωριμίες και τα αποτελέσματα είναι αυτά που είναι, για όλες τις εποχές …


-Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν πήρα το «Πρωινό άστρο» ήταν ότι θα μπορούσε να έχει περισσότερα κομμάτια, με δεδομένο βέβαια πως «ουκ εν τω πολλώ το ευ».

 
-Αν δεις τη φόρμα, δεν είναι ποίημα με την κλασική έννοια του ποιήματος. Από την άλλη δεν ήθελα να κάνω κάτι εγκεφαλικό. Διάλεξα τα πιο ευαίσθητα σημεία, λίγα κομμάτια και μου βγήκαν εικοσιπέντε λεπτά. Όντως, «ουκ εν τω πολλώ το ευ». Βγήκαν έξι κομμάτια.. εντάξει… δεν ήθελα περισσότερα. Βρήκα τους στίχους που με ενδιέφεραν και που θεωρούσα ότι μπορούν να είναι ένα τραγούδι, γιατί αν το διαβάσεις σαν σύνολο έχει μια ενότητα αλλά αν διαβάσεις ένα κομμάτι αυτό πρέπει να είναι αυτοτελές για να το κάνεις τραγούδι.

Λέει ο Ρίτσος: «Που γύριζες κοριτσάκι πριν έρθεις;
                           Που γύριζες;
                           Εκεί που σμίγει η αγάπη
                           Της μητέρας και του πατέρα»      

Δεν έχω ακούσει ωραιότερο ερωτικό στίχο στη ζωή μου…

Και : «Εκεί που σμίγει η αγάπη των ανθρώπων
          Είναι η πατρίδα σου»

 

Βλέπεις, μέσα στην τρυφερότητά του ο Ρίτσος είναι και η φιλοσοφική του τοποθέτηση και η στάση ζωής… για ένα κόσμο που βρίσκεται πέρα από το σήμερα, ένα όραμα, κάτι που εύχεται για ένα παιδάκι, για την καινούργια ζωή. Δεν σαλιαρίζει, είναι τρυφερός. Είναι ύμνος στη ζωή, στην ομορφιά της ζωής. Αυτό ήθελα να τραγουδήσω κι εγώ, την ομορφιά της ζωής και όχι την ασχήμια. Να, η αντίθεση με το σήμερα!
                                           
-Λέγεται, ότι έχει περάσει η εποχή των πολύ καλών τραγουδιστών. Υπάρχουν ή είναι απλά καλοί και δεν είναι του επιπέδου του Μπιθικώτση, του Ξυλούρη….

-Φωνές υπάρχουν…

-Ξαναλέω, όχι καλές φωνές απλά αλλά φωνές που θα «αφήσουν εποχή».

-Αν δεις αυτές τις φωνές που «άφησαν εποχή», δεν το έκαναν μόνο με τη φωνή τους, ήταν κι αυτά που τραγούδησαν, το ρεπερτόριό τους. Είναι δηλαδή συνδυασμός δύο πραγμάτων. Ο τραγουδιστής αν έχει κάτι ουσιαστικό να πει θα κρατηθεί, αν τραγουδάει σαχλαμάρες όσο καλή φωνή και να έχει…

Ο Ξυλούρης για παράδειγμα κρητικά τραγούδια έλεγε και μάλιστα σαν τον Ξυλούρη κρητικά τραγούδια λένε και άλλοι, το ίδιο καλά. Εκεί όμως που έλαμψε η προσωπικότητα του Ξυλούρη είναι από κάποια τραγούδια ουσίας που τραγούδησε, εκεί βγήκε και η δική του ψυχή.


Ο Μπιθικώτσης βγήκε από τα τραγούδια του Μίκη, δε βγήκε από το «ένα όμορφο αμάξι με δυό άλογα», αντίθετα αφαιρούσε πόντους από την προσωπικότητά του. 

Ο Καζαντζίδης τραγούδησε ένα σωρό ωραιότατα λαϊκά τραγούδια, και δικά του, το «δυο πόρτες έχει η ζωή» αν δεν κάνω λάθος είναι δικό του…

-Φέρεται…

-Καλά, τέλος πάντων, ωραιότατα λαϊκά τραγούδια… Τραγούδησε επίσης και την «Καταχνιά», τη δική μου.

Βλέπεις λοιπόν πως ενώ υπήρξαν και άλλες λαϊκές φωνές, ο Διονυσίου… και ο Περπινιάδης ακόμα, αυτό που κράτησε τους άλλους ήταν το ρεπερτόριό τους.

-Συνεπώς δεν υπάρχει ρεπερτόριο…

-Βεβαίως και δεν υπάρχει ρεπερτόριο ικανό να υποστηρίξει…

Κοιτάξτε εγώ ανέκαθεν υποστήριζα και τώρα ακόμα περισσότερο, στην πράξη, ότι δεν γίνεται τίποτα χωρίς ιδεολογία. Δεν υπάρχει περίπτωση να σταθεί τίποτα χωρίς ένα όραμα, χωρίς ένα στόχο μέσα από τη τέχνη σου, μέσα από τα τραγούδια, μέσα από τα ποιήματα… κάτι πρέπει να πεις που να έχει ουσία, που να έχει να κάνει με την αγωνία των ανθρώπων, με τη συμπαράσταση, ίσως, σ’ αυτούς, την αλληλεγγύη, με την επικοινωνία γι’ αυτό που τους απασχολεί μέρα-νύχτα, που δεν είναι μόνο  το μεροκάματο αλλά και η  αγωνία να κρατηθείς όρθιος και με αξιοπρέπεια. 

Βλέπεις, τονίζω τη λέξη αξιοπρέπεια. Ο ελληνικός λαός αν φτάσει σε σημείο έκρηξης δεν θα φτάσει μόνο από φτώχεια αλλά όταν θα καταλάβει ότι του στερούν την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του. 

-Επανέρχομαι στο «Πρωινό άστρο». Ο τραγουδιστής του δίσκου, ο Παντελής Θεοχαρίδης, θεωρώ ότι είναι ένας από τους καλύτερους τραγουδιστές αυτή τη στιγμή στη χώρα μας, με απίστευτη δυνατότητα έκφρασης αλλά και με υψηλό επίπεδο σε ότι έχει επιλέξει να τραγουδήσει ως τώρα.


-Πράγματι, ο Παντελής Θεοχαρίδης είναι χαρισματικός τραγουδιστής, είναι ευαίσθητος, έχει ταλέντο, έχει ωραία χροιά φωνής και με θαυμάσιο τρόπο ερμήνευσε το  «Πρωινό άστρο».  Το μόνο… κακό ήταν μένει στη Θεσσαλονίκη και δεν ήταν εύκολη η πιο συχνή επαφή…


-Γι’ αυτό και διήρκεσε αρκετά η όλη διαδικασία…

-Ναι, μας πήρε ένα χρόνο να το ετοιμάσουμε αλλά βγήκε ένα αποτέλεσμα πάρα πολύ ωραίο.

-Έχετε κάτι που ετοιμάζετε αυτή την περίοδο δισκογραφικά ή όταν συμβεί θα είναι κάτι από αυτά που έχετε ήδη γράψει, π.χ. θεατρική μουσική;

-Δισκογραφικά αυτή τη στιγμή δεν ετοιμάζω άμεσα κάτι, γιατί θέλω να τελειώσω ένα έργο μεγάλο… για μεγάλη ορχήστρα, χορωδία και αφηγητές, άκρως επίκαιρο, το «Φυλάττειν Θερμοπύλας» του Γιάννη Νεγρεπόντη το οποίο είχα ξεκινήσει το 1971.

-Αργήσατε λίγο! Το έγραψε τότε, την περίοδο της χούντας;

-Ναι, ναι, εξόριστος στη Λέρο…

Υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Χρησιμοποιεί βιβλική γλώσσα αλλά απολύτως κατανοητή. 

 Λέει για παράδειγμα:
«Ενθυμού του λαού σου τα τέκνα  και τα έργα αυτών, υπέρ του κάλλους τα   αγωνιζόμενα έργα,
  Ενθυμού Σικελιανόν και πάντας τους μάρτυρας..»

Ολόκληρο το έργο είναι πολύ επίκαιρο…

-Ελπίζω να το ακούσουμε σύντομα. Σας ευχαριστώ πολύ.

-Κι εγώ σας ευχαριστώ