Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Κέρκυρα 1981 - Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού


Μεγάλο αφιέρωμα στα 30 χρόνια από τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας.

Αυτή τη Δευτέρα 3/12 και τις επόμενες δύο Δευτέρες 10 και 17 Δεκεμβρίου στον 904 Αριστερά στα fm, 21.00 - 23.00.

Για πρώτη φορά μετά τους αγώνες μιλούν όλοι σχεδόν οι συμμετέχοντες, μέλη της κριτικής επιτροπής, ενορχηστρωτές, μουσικοί της ορχήστρας.

34 προσωπικές μαρτυρίες, αμιξάριστο υλικό πέραν των 5 ωρών, άγνωστα γεγονότα και πολλές πληροφορίες για μια σημαντική στιγμή για την ελληνική μουσική και δισκογραφία.



Ποιά τραγούδια θα έλεγε η Σαβίνα Γιαννάτου και γιατί δεν τα είπε.
Διονύσης Σαββόπουλος - Γιώργος Μακρής: ο καυγάς και ο θαυμασμός.
Ποιά τραγουδίστρια τραγούδησε μόνο στο δίσκο και ποιά μόνο στην Κέρκυρα.
Γιατί δεν έγιναν οι Αγώνες στην Ξάνθη.
Γιατί δεν επαναλήφθηκαν οι Αγώνες το 1983.

Αυτά και άλλα ενδιαφέροντα σε τρεις δίωρες εκπομπές.


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Λάρκος Λάρκου - Το πρώτο 'δω βασίλειο είχαν θεοί το κτίσει



                           (Μελοποιημένη ποίηση Βασίλη Μιχαηλίδη, βιβλίο –cd)

Με ιδιαίτερη χαρά κράτησα στα χέρια μου το δίσκο του Λάρκου καθώς είχα διαβάσει ποιήματα του Βασίλη Μιχαηλίδη (1849-1917) και μου είχε κάνει βαθειά εντύπωση, ανάμεσα στα άλλα, η πολύ ωραία χρήση των λέξεων που χρησιμοποιεί. Αυτό συμβαίνει τόσο στην ελληνική γλώσσα - ούτε ακριβώς καθαρεύουσα ούτε και δημοτική – όσο και στην κυπριακή διάλεκτο. Χωρίς να θέλω να μειώσω την αξία των ελληνικών ποιημάτων του Μιχαηλίδη βρίσκω ιδιαίτερης αξίας τα ποιήματα στην κυπριακή διάλεκτο για πολλούς λόγους. 


Πρώτα απ’ όλα, προσφέρει αφειδώς την εύηχή του ποίηση στον κυπριακό πολιτισμό. Χρησιμοποιεί καταπληκτικά το κυπριακό ιδίωμα, το οποίο βρίσκω πολύ μουσικό και μας παρουσιάζει λέξεις όμορφες, είτε κοινές με την ελληνική γλώσσα -αλλά πιο επιτηδευμένες, είτε άγνωστες (τις οποίες στο βιβλίο-cd βρίσκουμε στο πλούσιο γλωσσάρι που, ευτυχώς, υπάρχει στο τέλος του βιβλίου). Η ποίηση του Μιχαηλίδη μας φέρνει πιο κοντά στο κυπριακό ιδίωμα και η μελωποίηση του Λάρκου λειτουργεί ως γέφυρα για την ευρύτερη γνωριμία μας με τον ποιητή.

Ξεκινώντας από την πρώτη εικόνα, την αισθητική του βιβλίου, κρατώ στα χέρια μου ένα βιβλίο πραγματικά ταιριαστό με τη μουσική και το λόγο που περιέχει. Σε ένα περιποιημένο βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο και 90 σελίδων διαβάζουμε τα μελοποιημένα ποιήματα του Βασίλη Μιχαηλίδη τα οποία μάλιστα είναι ομαδοποιημένα ανάλογα με τη γλώσσα και το ιδίωμα που χρησιμοποιεί, ένα ενδιαφέρον σημείωμα του συνθέτη για την επαφή του με το έργο του ποιητή, αναλύσεις για το έργο του τελευταίου και ένα χρονολόγιο όπου το έργο και η ζωή του ποιητή τοποθετείται παράλληλα σε σημαντικά γεγονότα της παγκόσμιας και της κυπριακής ιστορίας.


Ο Λάρκος Λάρκου έσκυψε με σεβασμό στην ποίηση του Μιχαηλίδη. Τόσο οι μελοποιήσεις όσο και οι ενορχηστρώσεις πιστεύω πως αναδεικνύουν και τον  λόγο  και την μουσική. Διαβάζω στο βιογραφικό του Λάρκου από την προσωπική του ιστοσελίδα (http://www.larkoslarkou.com/) για τις σπουδές του και τις πολλαπλές μουσικές ενασχολήσεις του. Οι σπουδές δεν κάνουν το ταλέντο σίγουρο όμως το καλλιεργούν, όπως και η προσωπική προσπάθεια και το ενδιαφέρον μετά το τέλος τους.

Στο δίσκο συμμετέχει μια πολύ μεγάλη ομάδα μουσικών και μια ακόμα μεγαλύτερη ομάδα τραγουδιστών: Πέτρος Γαϊτάνος, Κούλης Θεοδώρου, Χρήστος Θηβαίος, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Ιλκέρ Καπτάνογλου, Γιάννης Κότσιρας, Λάρκος Λάρκου, Χριστιάνα Λάρκου, Βασίλης Λέκκας, πατήρ Νικόλαος Λυμπουρίδης, Μανώλης Μητσιάς, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Κυριακού Πελαγία, Χρήστος Σίκκης, Μιχάλης Ττερλικκάς, Μιχάλης Χατζημιχαήλ και Κώστας Χατζής. Στην αφήγηση του έργου λαμβάνουν μέρος οι ηθοποιοί: Άλκηστις Παυλίδου, Κώστας Χαραλαμπίδης και Χριστίνα Χριστόφια.


Το δίσκο ανοίγει ο Κώστας Χατζής, μια πολύ ταιριαστή επιλογή: Ο Χατζής τραγουδάει με σκωπτικό τρόπο στίχους πολύ κοντά στους «κοινωνικούς» στίχους των δικών του τραγουδιών (Κόσμος γαϊδουρινός και Θεός ψεματινός)ενώ στη συνέχεια η καθαρή φωνή του Γιάννη Κότσιρα, της Χριστιάνας Λάρκου και του Πέτρου Γαϊτάνου τραγουδούν πιο λυρικά, ερωτικά τραγούδια με προσεκτικές ενορχηστρώσεις. Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου δίνει μια πολύ όμορφη ερμηνεία σε μια πολύ εύστοχη επιλογή (φωνητική) του Λάρκου, ένα κομμάτι που εξελίσσεται σε τραγούδι με νεύρο και έντονο ρυθμό (Προς ζητήσαντά με στίχους) οδηγώντας μας στη φωνή του Χρήστου Θηβαίου σε ένα όμορφο και αρκετά δυναμικό κομμάτι (Ο αποχωρισμός). Η φωνή του Βασίλη Λέκκα μας επαναφέρει σε πιο λυρικό κλίμα (Μακράν σου). Ντουέτο στη συνέχεια της Χριστιάνας Λάρκου με τον Κούλη Θεοδώρου (μια αξιόλογη φωνή που θα έπρεπε να θυμάστε ήδη από το εξαιρετικό cd Tων Αθανάτων”) σε ένα πανέμορφο tango (Εις την Κύπρον). Ακολουθεί ο Μανώλης Μητσιάς και κατόπιν ο ίδιος ο Λάρκος Λάρκου στο ποίημα/τραγούδι  «Τρόοδος» το οποίο τιτλοδότησε και το δίσκο. Η μελοποίηση είναι η ίδια με το «Προς ζητήσαντά με στίχους» αλλά με διαφορετική ενορχήστρωση και με βυζαντινή χορωδία. Υπέροχοι, γλυκόπικροι οι στίχοι, για τα μαρτύρια της Κύπρου, ζητούσαν - και βρήκαν - μουσική δυναμική, έντονη, που να εκφράζει την αγάπη του κύπριου για την χώρα του, τη λύπη του, το πείσμα του. Από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου, αναμφισβήτητα. Η πρώτη ομάδα τραγουδιών κλείνει με ένα παραδοσιακότροπο τραγούδι- γέφυρα για την επόμενη ομάδα, με τη συγκινητική φωνή του Μιχάλη Ττερλικκά που κουβαλάει όλα τα ηχοχρώματα της Κύπρου.

 

Στη δεύτερη ομάδα τραγουδιών, ποίηση στην κυπριακή διάλεκτο, η εισαγωγή γίνεται με ένα a capella τραγούδι, μια ακόμα καλή ιδέα του συνθέτη για να τονίσει τους καταπληκτικούς στίχους στο «Η Κύπρος προς τους λέγοντας ότι δεν είναι ελληνική» με τις εναλλασσόμενες φωνές της Πελαγίας Κυριακού και του Χρήστου Σίκκη. Η «Ανεράδα» που ακολουθεί είναι ένα ποίημα που αμέσως μου θύμισε την πολύ ωραία και σχετικά πρόσφατη μελοποίηση του από τον αγαπητό Γιώργο Καλογήρου. Στη επίσης ωραία μελοποίηση του Λάρκου, το μακροσκελές ποίημα αποδίδει ο Αλκίνοος Ιωαννίδης και συμβάλλει με το ταλέντο του στο τελικό αποτέλεσμα. Το δεκατριών λεπτών μουσικό δρώμενο σε τέσσερα μέρη, που ακολουθεί, είναι το ποίημα το οποίο έδωσε στον Μιχαηλίδη τον τίτλο του εθνικού ποιητή. «Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία (Κύπρου)» δεν είναι βέβαια αυτό που θα ακούσεις από τα ραδιόφωνα είναι αυτό όμως που θα συγκινήσει τον ακροατή με την περιγραφή και την αγριότητα, με το σθένος και την επιμονή και φυσικά με την έξοχη μουσική δραματοποίηση του Λάρκου. Και η «Χιώτισσα εν Λεμεσώ κατά το 1821» που ακολουθεί είναι μουσικό δρώμενο, πιο σύντομο και λιγότερα θεατρικό (με λιγότερη απαγγελία) και ακόμα πιο ενδιαφέρον. Ο δίσκος κλείνει με μια σειρά αντιθέσεων: μετά την απαγγελία «Για την κηδεία του ποιητή» ο Λάρκου τραγουδάει με χορωδία το «Αι διαιρέσεις και αι κοινωνίαι» με ιδαιίτερο τρόπο, ταιριαστό στους στίχους, για να επανέλθουμε στο κοινό μουσικό θέμα  των δύο ποιημάτων που προαναφέρθηκαν και στο «Θεέ μου, τζαι να πέθανα το Σάββατον το βράδυ»: αυτή η ευχή του ποιητή έγινε πραγματικότητα.

 Ευτυχής για τον ακροατή ο συνδυασμός λόγου, του Μιχαηλίδη, και μουσικής, του Λάρκου. Η Αξία του ποιητή είναι δεδομένη. Οι μελοποιήσεις ποιημάτων του από τον συνθέτη υποστηρίζουν με τον καλύτερο τρόπο τις λέξεις και τα ίδια τα ποιήματα. Είναι όμως οι ενορχηστρώσεις που δείχνουν πόσο προσεκτικά δούλεψε ο Λάρκου τα οκτώ χρόνια δημιουργίας του δίσκου και πόσο προσεκτικά διάλεξε και τα όργανα που χρησιμοποίησε, πέρα από τον τρόπο που το έπραξε, ανάλογα με το ποίημα, τη γλώσσα, το περιεχόμενο. 

Δεν είναι ένας δίσκος που αφορά μόνο Κύπριους και σαφώς δεν είναι ένας δίσκος που αφορά μόνο αυτούς που ασχολούνται με μελοποιημένη ποίηση. Είναι ένας εξαιρετικός δίσκος που αφορά όσους ασχολούνται με τον σύγχρονο πολιτισμό. 

(Για την αγορά και τα σημεία πώλησης του δίσκου επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του συνθέτη)

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Νίκος Μαμαγκάκης – Ρεμπετόριο (variations για σόλο κιθάρα)


Όπως έλεγα σε ένα εισαγωγικό σημείωμα για τον νέο ιστότοπο του Νίκου Μαμαγκάκη «… ανήκει σε εκείνη την κατηγορία συνθετών που  δε χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις. Με μουσικό έργο που ξεπερνά τον μισό αιώνα και συνθέσεις που σχετίζονται με πολλά είδη μουσικής, είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός από μουσικές και τραγούδια του που έχουμε αγαπήσει και έχουμε τραγουδήσει όλοι». Ο όγκος του ηχογραφημένου υλικού είναι τεράστιος και φυσικά πολύ αξιόλογος.

Ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι  εργασίας βρίσκεται στις παραγωγές της δικής του βιομηχανίας μουσικής – απεχθάνεται τη λέξη εταιρεία – ενός δικού του label για να κυκλοφορεί αποκλειστικά και μόνο δικές του μουσικές δημιουργίες. Μέχρι αυτή τη στιγμή 51(!) ψηφιακοί δίσκοι βρίσκονται στον κατάλογο του label «Ιδαία» (η Κρήτη πάντοτε παρούσα) ο οποίος εμπλουτίζεται συνέχεια από τον ακούραστο συνθέτη. 


 Η δισκογραφική σχέση του Μαμαγκάκη με την κιθάρα ξεκίνησε πολύ νωρίς, ήδη από το 1966, οπότε και κυκλοφορεί αυτό το σπουδαίο κιθαριστικό έργο, «Η εκδρομή», η μουσική δηλαδή για την ομότιτλη ταινία του Τάκη Κανελλόπουλου. Από τότε έχει γράψει πανέμορφα κιθαριστικά κομμάτια, είτε για σόλο κιθάρα είτε για φωνή και κιθάρα, όπως τα πέντε θεατρικά τραγούδια με τον Τάση Χριστογιαννόπουλο που βρίσκονται στον «Κύκλο με την κιμωλία», στη νέα του μορφή. Το «Ρεμπετόριο για σόλο κιθάρα» είναι ένας από τους πιο πρόσφατους δίσκους του. 

Ευφάνταστος και περιγραφικός ο τίτλος του «…τα λέει όλα, όμως από μουσικολογικής απόψεως δεν υπάρχουν πολλά να αναλύσει κανείς για το έργο αυτό. Υπάγεται στην κατηγορία των αυστηρά δομημένων παραλλαγών» γράφει ο ίδιος ο συνθέτης στο εισαγωγικό σημείωμα του δίσκου. «Το Ρεμπετόριο έχει όλες τις βαθειά ριζωμένες μνήμες μου γύρω από το μεγάλο αυτό νεοελληνικό πολιτιστικό γεγονός (Ρεμπέτικο) μα πάνω απ’ όλα έχει να κάνει με τις εμπειρίες μου και τα βιώματά μου από μια γενιά πέντε νεαρών ρεμπέτηδων που ξεκίνησαν από κιθαριστές και έγιναν μπουζουξήδες και συγκεκριμένα αναφέρω τον Μανώλη Χιώτη, τον Γιάννη Τατασόπουλο, τον Δημήτρη Στεργίου (τον μυθικό Μπέμπη), τον Λεμονόπουλο και τον ρεμπέτη Κατσαρό. Αυτοί οι αρχάγγελοι βιρτουόζοι, 100% φυσικά ταλέντα, με είχαν μαγέψει με την εκπληκτική μουσικότητά τους και τη δαιμονισμένη δεξιοτεχνία τους. Σ’ αυτούς άλλωστε είναι αφιερωμένο το έργο αυτό».


Δια χειρός λοιπόν Μαμαγκάκη έχουμε και το ιστορικό πλαίσιο του δίσκο αλλά και μια σαφέστατη μουσικολογική περιγραφή: ανήκει στις παραλλαγές, όπως λέει ο τίτλος του και ο συνθέτης, δηλαδή σε διαφορετικές εκδοχές ενός βασικού θέματος το οποίο ανάλογα με την τεχνική και την έμπνευση του συνθέτη δίνει ποικίλα αποτελέσματα. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τον κιθαριστή Χρυσόστομο Καραντωνίου.  Σταθερός συνεργάτης του Νίκου Μαμαγκάκη για αρκετά χρόνια, με παρουσίες σε δίσκους και ζωντανές εμφανίσεις – γράφει και ο ίδιος τραγούδια -  είναι ένας πραγματικά ικανότατος εκτελεστής ο οποίος ανταπεξέρχεται εξαιρετικά στα ιδιαιτέρως απαιτητικά έργα του συνθέτη. Ο ίδιος ο Μαμαγκάκης τον χαρακτηρίζει «φυσικό μουσικό ταλέντο και μάλιστα επιδεικτικό εξέλιξης…»

Αυτό το ταλέντο του Χρυσόστομου Καραντωνίου συμβάλλει αποφασιστικά στο αποτέλεσμα του δίσκου, αφού το έργο είναι γραμμένο για μια μόνο κιθάρα. Πρέπει να τονίσω και πάλι ότι δεν αναφερόμαστε εδώ σε κιθάρα παιγμένη με πένα σε ακούσματα κοντά στο ρεμπέτικο παίξιμο. Με αφορμή τα ρεμπέτικα, δομούνται μελωδίες και εξελίξεις μελωδιών οι οποίες συνδυάζουν τον κλασικό τρόπο γραφής και εκτέλεσης του οργάνου με ρεμπέτικα ηχοχρώματα. Οι ονομασίες ανάλογες: Mαμάγκικο(!), Αλήτικο, Μόρτικο, Ασίκικο, Αναρχικό, Εωθινόν κ.α. 

                     (Νίκος Μαμαγκάκης)                   (Χρυσόστομος Καραντωνίου)

Οι παρτιτούρες του έργου κυκλοφορούν από την «Ιδαία».

Ιστότοπος του συνθέτη: http://mamangakis.weebly.com/

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Songs for Kommeno



Με ξενόγλωσσο τίτλο λόγω διεθνούς κυκλοφορίας αλλά και λόγω μη ελληνικής εταιρείας, της Intact records, αυτή η μουσική συνάντηση εξαιρετικών μουσικών έχει μουσικό, προφανώς, αλλά και πολιτικό και ιστορικό ενδιαφέρον.

Το Κομμένο είναι ένα μικρό χωριό κοντά στον Αμβρακικό κόλπο. Στις 16 Αυγούστου του 1943, τις πρώτες πρωινές ώρες, 120 γερμανοί στρατιώτες μπήκαν στο χωριό ενώ όλοι οι κάτοικοι βρισκόταν στα κρεβάτια τους μετά από έναν γάμο και το γλέντι που ακολούθησε. Η απάνθρωπη τιμωρία για αντάρτες που εθεάθησαν στο χωριό και όχι για αντίποινα νεκρών γερμανών στρατιωτών:  δολοφονήθηκαν 317 άνθρωποι μεταξύ των οποίων 13 βρέφη, 29 παιδιά κάτω των 4 ετών, 42 παιδιά κάτω των 10 ετών, 97 έφηβοι κάτω των 15 ετών, 14 ηλικιωμένοι άνω των 65. Μεταξύ των νεκρών βρισκόταν και το νέο ζευγάρι, η νύφη ακόμα με το νυφικό της. Στη συνέχεια οι στρατιώτες περίμεναν, μέσα στο γεμάτο πτώματα χωριό, την επιστροφή των γερμανικών φορτηγών τα οποία είχαν πάρει το δρόμο προς το στρατόπεδο γεμάτα από λάφυρα, ύστερα από το πλιάτσικο- σκύλευση που ακολούθησε τη σφαγή. Η διαταγή ήταν να μη ζήσει κανείς αλλά ευτυχώς η πλευρά του χωριού προς τον ποταμό Άραχθο έμεινε ακάλυπτη - θεωρήθηκε φυσικό εμπόδιο διαφυγής το ποτάμι– και διασώθηκαν οι μισοί κάτοικοι του χωριού.


Περισσότερα μπορείτε (και πρέπει) να διαβάσετε στον ιστότοπο του Κομμένου: http://martiriko-kommeno.gr/ 


Σε ανάμνηση της θηριωδίας διοργανώνονται κάθε χρόνο εκδηλώσεις. Το 2008 ο Νίκος Τουλιάτος, ένας από τους καλύτερους έλληνες κρουστούς διοργάνωσε ένα φεστιβάλ κρουστών τζαζ και, θέλοντας να δώσει μια διεθνή διάσταση, κάλεσε τον Günter Baby Sommer για μια σόλο εμφάνιση. Ο παγκοσμίως γνωστός μουσικός από τη Δρέσδη έμαθε τότε για τα γεγονότα που είχαν συμβεί 65 χρόνια πριν και συγκλονίστηκε. Έμεινε πολλές περισσότερες μέρες από όσες είχε σχεδιάσει, βλέποντας, μαθαίνοντας, συζητώντας, ακούγοντας. Την επόμενη χρονιά ήρθε με το συγκρότημά του. Το 2010, στις 16 Αυγούστου, έγινε επίτιμος δημότης Κομμένου «για την ευαισθησία και το ενδιαφέρον που έδειξε… και για τον αγώνα στον οποίο τάχθηκε στο πλευρό μας».

Μεταξύ του Μάρτη του2011 και του Απρίλη του 2012 ηχογραφήθηκε ο δίσκος “Songs for Kommeno”. Για πολλά χρόνια συνεργάτης με τον Φλώρο Φλωρίδη (σαξόφωνα-κλαρινέτα) ο Sommer, συνεπώς η παρουσία του Φλωρίδη είναι μάλλον προβλέψιμη. Το trio με τον Peter Kowald το θαυμάσαμε στους «Αφορισμούς» δεκαπέντε χρόνια πριν αλλά και στις εξαιρετικές συναυλίες τους εκείνη την περίοδο. Τη θέση του εκλιπόντος Peter Kowald πήρε από το 2007 ο Σπήλιος Καστάνης (μπάσο). Η αγαπητή Σαβίνα Γιαννάτουπου κινείται με ιδιαίτερα γοητευτικό τρόπο σε κάθε μουσικό είδος  συμμετέχει με τα φωνητικά της στο δίσκο δίνοντας μια πιο ιδιαίτερη απόχρωση, κάτι στο οποίο συμβάλλει μέγιστα και ο Ευγένιος Βούλγαρης. Το yayli tambur του Ευγένιου Βούλγαρη (παίζει και ούτι στο δίσκο) δένει θαυμάσια όχι μόνο με τα υπόλοιπα όργανα αλλά και με το γενικότερο πνεύμα του δίσκου δίνοντας ένα θρηνητικό αποτέλεσμα πολύ οικείο, τουλάχιστον στα ελληνικά αυτιά.


Κεντρική θέση στο ηχητικό υλικό κατέχει ένα μοιρολόι μιας επιζώσας της σφαγής, της Μαρίας Λάμπρη και αποτελείται από έξι μέρη: στο πρώτο, (Tears), ο Ευγένιος Βούλγαρης με ένα ξεχωριστής συναισθηματικότητας παίξιμο εισαγάγει τον ακροατή σε μια ψυχολογική κατάσταση ανάλογη με αυτό που θέλει να περιγράψει και στη συνέχεια μπαίνουν τα πνευστά και τα υπόλοιπα όργανα στο ίδιο πάντα κλίμα. Στο δεύτερο, (Lost ring), παρουσιάζεται η φωνή ως όργανο, για να οδηγήσει αργότερα στο μοιρολόι.. Το τρίτο όπως περιγράφεται και από το όνομά του, «Andartes», είναι μια περιγραφή διαλόγου μεταξύ ανταρτών με έντονο ρυθμικό χαρακτήρα, μόνο από κρουστά στην αρχή. Το μέρος που ακολουθεί είναι εκείνο με το αυθεντικό μοιρολόι της Μαρίας Λάμπρη, (Marias miroloi – 18.11’’), έτσι όπως το ηχογράφησε με ένα μικρό μαγνητόφωνο o Günter Baby Sommer. Η αρχή γίνεται με το yayli tambur του Βούλγαρη, ύστερα με το κλαρινέτο του Φλωρίδη σε ελληνικά ηχοχρώματα και ακολουθεί η εισαγωγή στο μοιρολόι με τον χαρακτηριστικό τρόπο της Γιαννάτου και με τη συνοδεία όλων των μουσικών. Το μοιρολόι ξεκινάει με την παύση των οργάνων και τον Sommer να δημιουργεί την ηχητική εικόνα της καμπάνας του χωριού και να κρατάει το υπόβαθρο με τα κρουστά όσο διαρκεί το σχεδόν πεντάλεπτο μοιρολόι. Αμέσως μετά μια όλα τα όργανα πετάγονται σε έναν δυναμικό, ελεύθερο αυτοσχεδιασμό για να ακολουθήσει και πάλι ένα μικρό μέρος με τη φωνή της Μαρίας Λάμπρη να αφηγείται τη σφαγή του ιερέα του Κομμένου, όπως την είχε δει η ίδια. Ο Άραχθος, (Αrachthos), το ποτάμι που έσωσε, ουσιαστικά, το μισό χωριό από τη σφαγή είναι ένα ντουέτο του Sommer με τη Γιαννάτου, ένα κομμάτι που συνδυάζει την ησυχία μετά από τη διάσωση και τη συνειδητοποίηση του τι έχει συμβεί με έναν τραγικά γλυκό τρόπο. Το νανούρισμα, (Lullaby), έχει μια αβάσταχτη παιδικότητα, ύστερα από όσα περιγράφηκαν,  από τη φωνή της Γιαννάτου και το yayli tambur  του Βολύλγαρη. Το «Children song» είναι αφιερωμένο από τον Sommer στα σκοτωμένα παιδιά του χωριού. Ο δίσκος κλείνει με το «Kommeno today», μια περιγραφή του χωριού σήμερα, της νέας γενιάς που κουβαλάει αυτή την τραγική ιστορία μέσα του. Διαφορετικό σαφώς από τα υπόλοιπα κομμάτια, πιο groovy, δείχνοντας πώς η ιστορία πρέπει να ξεπερνιέται αλλά όχι να ξεχνιέται.

Πρέπει να αναφερθεί το πολύ φροντισμένο και ενδιαφέρον ένθετο του cd. Με 150(!) σελίδες υλικό, περιέχει μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Sommer σχετικά με το δίσκο και για τη σχέση του με το Κομμένο, γράμμα του Δημάρχου, περιγραφή των γεγονότων και ιστορίες ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία.


                        (Από την πρώτη παρουσίαση του δίσκου, στο Κομμένο φυσικά, στις 16 Αυγούστου 2012)


 Η τραγική ιστορία ενός τόπου αποτυπώνεται για πάντα σε έναν δίσκο. Αυτό έχει σαφή ιστορική αξία σε περιόδους που η αλήθεια και η πραγματική ιστορία, όπως έχει καταγραφεί στις ψυχές και τους εφιάλτες, σχετικοποιούνται, διασαλεύονται, αλλοτριώνονται. Για να μη χαθεί το άλφα από την αλήθεια και γίνει λήθη.


Πέρα από αυτό όμως, η μουσική αξία δεν πρέπει να παραβλεφθεί. Πέντε μουσικοί, σε πολύ υψηλό επίπεδο ο καθένας στο όργανό του, έδωσαν μια πραγματική κατάθεση ψυχής. Ειλικρινά, σταμάτησα αρκετές φορές το cd λόγω συναισθηματικής φόρτισης και το μοιρολόι δεν έχω καταφέρει να το ακούσω ακόμα ολόκληρο. ;Oπως χαρακτηριστικά λέει και η Μαρία Λάμπρου όταν τελειώνει το μοιρολόι: “δεν μπορώ άλλο”. Αμφιβάλλω αν κάποιος μπορεί να ακούσει έστω και μέρος του δίσκου χωρίς να συγκινηθεί. Αυτό θέλει να κάνει εξ’ άλλου η τέχνη.