Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Ανδρέας Πολυζωγόπουλος – Heart Of The Sun (The Music Of Pink Floyd)




Μια πολύ καινούργια κυκλοφορία αυτή του Ανδρέα Πολυζωγόπουλου, που κυκλοφόρησε επίσημα στις 21 Φεβρουαρίου. Ο Ανδρέας Πολυζωγόπουλος είναι ένας πολύ γνωστός και καλός μουσικός, τρομπετίστας, με πάρα πολλές  δισκογραφικές συμμετοχές. Στο δίσκο αυτό δεν παραθέτει δικά του δείγματα σύνθεσης. Αυτό βέβαια είναι κάτι σχετικό καθώς και ο αυτοσχεδιασμός είναι σύνθεση, απλά είναι στιγμιαία και όχι γραμμένη σε πεντάγραμμο. Με την τυπική λοιπόν έννοια της σύνθεσης αυτοσχεδιάζει μαζί με άλλους τρεις  μουσικούς: τον Κωστή Χριστοδούλου στα πλήκτρα, τον Srdjan Ivanovic στα ντραμς και τα samples τον Βασίλη Στεφανόπουλο στο κοντραμπάσο ο οπoίος μαζί με τον Ανδρέα Πολυζωγόπουλο είναι υπεύθυνοι και για τα ηλεκτρονικά μέρη του δίσκου. Οι δύο τελευταίοι συνεχίζουν να παίζουν μαζί μετά την διάλυση των Poly Quartet. Θυμίζω πως πρόκειται για το κουαρτέτο που κυκλοφόρησε –μόνο- το “Perfumed Dreams” το 2008 σε συνθέσεις του  Ανδρέα Πολυζωγόπουλου.


Τα θέματα που παίζουν και «πειράζουν» στο δίσκο αυτό είναι πασίγνωστα κομμάτια των Pink Floyd. Αλλά… γιατί Pink Floyd; Απαντά ο ίδιος ο Πολυζωγόπουλος: «Ανακάλυψα τους Pink Floyd στο δημοτικό. Κάθε Κυριακή απόγευμα ο θείος μου έκανε εκπομπή στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό με παλιά rock κομμάτια και πολύ συχνά πήγαινα μαζί του. Η πρώτη ανάμνηση από τους Pink Floyd είναι ο ήχος του κουλοχέρη και του ελικοπτέρου. Αντέγραψα σε κασέτες τους τρεις γνωστούς τους δίσκους και τους άκουγα συνέχεια… Άρχισα να μαθαίνω κομμάτια τους στην κιθάρα, γνώριζα σιγά σιγά την ιστορία τους… Σύντομα πήρα την απόφαση να γίνω μουσικός, ξεκίνησα μαθήματα τζαζ κιθάρας… Όταν ανακάλυψα τον Miles Davies και την τρομπέτα άφησα την κιθάρα… Ποτέ δεν έπαψα να ακούω Pink Floyd, αλλά δεν είχα στο νου μου να κανω κάποιο tribute cd μέχρι που το καλοκαίρι του 2011 άκουσα live τον Roger Waters…».

Ακούτε:

http://soundcloud.com/puzzlemusik/andreas-polyzogopoulos-money

και με εικόνα:


Τις παιδικές αγάπες δεν τις ξεχνάμε ποτέ και πάντα επιστρέφουμε σ’ αυτές. Από κιθαρίστας, όχι ντράμερ αλλά τρομπετίστας και από μαθήματα με τον Γιώτη Σαμαρά σε σεμινάρια με τον γίγαντα Paolo Fresu ο δίσκος περιγράφεται στο δελτίο τύπου πολύ εύστοχα ως «μια προσέγγιση…. από ένα κουαρτέτο που κινείται ανάμεσα στη jazz και την ηλεκτρονική μουσική». ¨Όπως λοιπόν και οι δίσκοι των Pink Floyd είναι ένα concept με τα tracks συχνά ενωμένα, έτσι και το “αφιέρωμα” αυτό κινείται με την ίδια λογική. Στο τέλος της πρώτης ακρόασης η αίσθηση που μένει είναι κατ’ αρχήν πως πρόκειται για έναν δίσκο που αρμόζει να ακούς σαν ένα ενιαίο άκουσμα. Στις επόμενες ακροάσεις ενισχύεται η άποψη αυτή. Έρχεται επιπλέον η αίσθηση πως όσο περισσότερο απομακρύνονται οι μουσικοί από το εκάστοτε γνωστό θέμα ή ακόμα και ήχο τόσο περισσότερο ενδιαφέρον υπάρχει για τον ακροατή, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Hey You” και μια εντυπωσιακή ανάπτυξη μετά την παράθεση του βασικού θέματος. Αυτές οι στιγμές είναι και οι καλύτερες στιγμές του δίσκου. Στο “Another Brick In The Wall”, σαφώς στο “Money”, στο “Time”, σε κομμάτια δηλαδή που οι ρυθμοί ανεβαίνουν και υπάρχει η δυνατότητα για ένα κουαρτέτο να δείξει τη μουσικότητά του και συνυπάρχει και η δυνατότητα για ευρύτερη επεξεργασία του ήχου με χρήση ηλεκτρονικών ήχων που με επιτυχία χρησιμοποιούνται στο δίσκο. Στο πολύ ιδιαίτερο “Shine On You Crazy Diamond” με πολύ ενδιαφέρον ακούμε τη διατήρηση του ψυχεδελικού μέρους του κομματιού, ειδικά στη εισαγωγή, σε ένα δωδεκάλεπτο ταξίδι με τις μελωδίες ενός κλασικού και παγκόσμια αγαπημένου συγκροτήματος με τη ματιά ενός σύγχρονου που κινείται σε τόσο διαφορετικές, θεωρητικά περιοχές.


Ένας δίσκος που μπλέκονται διαφορετικά είδη, διαφορετικές εποχές, διαφορετικά όργανα. Μια δισκογραφική κατάθεση για ένα ευρύ κοινό, με σεβασμό στο πρωτότυπο υλικό, δεδομένη μουσική ικανότητα από τους εκτελεστές. Το κλασικό είναι πάντα μέσα μας. 

Περισσότερα για τον Ανδρέα Πολυζωγόπουλο στο www.andreaspolyzogopoulos.com/

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Λεωνίδας Σαραντόπουλος – Black Mamba



Δεν ισχύει πάντα το « μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις τέτοια πράγματα θα μάθεις». Στην περίπτωση όμως του φλαουτίστα Λεωνίδα Σαραντόπουλου ισχύει και με το παραπάνω. Απόφοιτος του Ιόνιου Πανεπιστήμιου της Κέρκυρας και μαθητής του Γιώργου Κοντραφούρη, του Βασίλη Ρακόπουλου και του Δήμου Δημητριάδη. Ξεκινά λοιπόν με αυτές τις βάσεις και κυκλοφορεί το cd  Black Mamba”,  μια κυκλοφορία που προϋπήρξε σε ηλεκτρονική μόνο μορφή και πρόσφατα κυκλοφόρησε και σε ψηφιακό δίσκο.


Έχει ενδιαφέρον πως ο Λεωνίδας Σαραντόπουλος δεν παίζει και φλάουτο ή έστω κυρίως φλάουτο - τουλάχιστον στον συγκεκριμένο  δίσκο - όπως συμβαίνει με αρκετούς μουσικούς, ειδικά της jazz, που έχουν υιοθετήσει και το σαξόφωνο ή το κλαρινέτο ή το ανάποδο. Το φλάουτό του συνδυάζεται με την τρομπέτα του Ανδρέα Πολυζωγόπουλου, την κιθάρα του Βασίλη Ρακόπουλου, τα πλήκτρα του Κωστή Χριστοδούλου, το μπάσο του Γιώργου Γεωργιάδη, τα τύμπανα του Βαγγέλη Κατζάμπαση και τα κρουστά του Μιχάλη Μπακάλη. Γνωστοί και εξαιρετικοί οι περισσότεροι μουσικοί παίζουν εννέα συνθέσεις του Λεωνίδα Σαραντόπουλου σε δική του ενορχήστρωση. 

Black Mamba”, το φίδι που υπνωτίζει. Ακριβώς έτσι, σε τέτοιο κλίμα μυστηριακό, αφρικανικό, είναι το πρώτο κομμάτι του δίσκου, το “Dive”,  με τα υπόλοιπα όργανα – όπου υπάρχουν – να κρατούν ένα υποβλητικό ηχητικό υπόβαθρο για τις περιγραφικές νότες του φλάουτου. Ο Αφρικανικός κυρίως ήχος ή ανατολίτικος, σε σημεία, είναι διάχυτος σε πολλά σημεία του δίσκου. Στο δεύτερο κομμάτι του δίσκου, το “Navarac”, η τρομπέτα και το φλάουτο δίνουν από κοινού την αίσθηση αυτή ενώ με συγκεκριμένες τεχνικές στο φλάουτο ο παραγόμενος ήχος περιγράφει την κίνηση του φιδιού. Στο ομότιτλο “Black Mamba” ο ρυθμός γίνεται πιο έντονος με την κυριαρχία των πλήκτρων και την πλήρη απουσία του φλάουτου, εντυπωσιακό και σπάνιο να απουσιάζει το όργανο του συνθέτη, γι’ αυτό και ευχάριστο όταν συμβαίνει. Στο επόμενο θέμα, το “Dive II”, αλλάζει και πάλι ο ρυθμός, γίνεται πιο ήρεμος, με το φλάουτο να εναλλάσσεται πολύ όμορφα με την κιθάρα σε ένα ατμοσφαιρικό κομμάτι με συναίσθημα και πολύ ωραίο ήχο. Έντονο και με εξάρσεις, αντίθετα με αυτό που περιμένει κανείς από το όνομά του, το “Season of Nostalgia” και πάλι χαλαροί ρυθμοί στο “Dive III”. Το “Desert”, σαν αφρικανική cool, είναι μια μετάβαση στο ρυθμικό “Africana” που κλείνει το δίσκο: από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου με τα όργανα να παίζουν επάνω σε ένα σταθερό, σχεδόν, ρυθμικό των κρουστών.


Δεν είναι το πιο σύνηθες να ακούς τέτοιους ήχους και ανάλογου ύφους αφρικανικές κατευθύνσεις σε ελληνικές ηχογραφήσεις και συνθέσεις, ακόμα και στον συγκεκριμένο χώρο που η μουσική αναζήτηση και ευρύτητα είναι δεδομένη. Αλλά εν τέλει δεν είναι η πρωτοτυπία που αναζητάμε πρωταρχικά σε ένα δίσκο κατά κύριο λόγο αλλά οι καλές συνθέσεις, με λίγα λόγια απλά να μας αρέσει ο δίσκος. Συνεπώς ο δίσκος του Λεωνίδα Σαραντόπουλου έχει ενδιαφέρον πρώτα λόγω συνθέσεων. Έχει επίσης ενορχηστρωτικό ενδιαφέρον, με την έννοια του τρόπου που μπλέκει τα όργανα μεταξύ τους κατορθώνοντας να δώσει αυτό ακριβώς το κλίμα που αποσκοπεί. Τέλος εκτιμά κανείς την ηχητική ταυτότητα αλλά και την πρώτη δισκογραφική παρουσία. 

Για τον δίσκο, τέλος, ο ίδιος ο Λεωνίδας Σαραντόπουλος λέει: «Black Mamba, το φίδι που υπνωτίζει… Αρχίζω να παίζω με σκοπό να πετύχω τον στόχο του κάθε επιμελή φλαουτίστα. Αυτή την φορά όμως τα πράγματα παίρνουν μια άλλη, διαφορετική τροπή και ενώ στην αρχή αντιστέκομαι, τελικά καταρρέω και βυθίζομαι σε λήθαργο. Αργά, πολύ αργά απομακρύνομαι και μεταφέρομαι σε ένα περιβάλλον μυστηριακό γεμάτο υποσχέσεις…».


(Περισσότερα για τον Λεωνίδα Σαραντόπουλο, παραγγελία του cd, δωρεάν download και δυνατότητα donation στο www.leosarantopoulos.com )

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Iernis – Beyond A Far-Οff Shore



Το συγκρότημα  iernis  το θυμάμαι σαν όνομα εδώ και αρκετό καιρό, έβλεπα τις αφίσες για εμφανίσεις και πάντα τύχαιναν λίγο πριν κατεβώ στην Αθήνα ή λίγο μετά. Τους θυμόμουν λόγω του ενδιαφέροντός μου για οτιδήποτε σχετίζεται με την Ιρλανδία αλλά και γιατί στα μέλη του συγκροτήματος έβλεπα το όνομα του Μανώλη Γαλιάτσου.  Πρόκειται περί συνωνυμίας. Τα αδέρφια Γιώργος και Μανώλης Γαλιάτσος μετά την επιστροφή τους από την Μελβούρνη ασχολήθηκαν πολύ με την κέλτικη μουσική, αλλάζοντας το ύφος της μουσικής που έπαιζαν ως τότε στην Αυστραλία αλλά και στην Ελλάδα (παραδοσιακά και ρεμπέτικα) με την Απόδημη κομπανία, μουσικές που έχουν αποτυπωθεί και δισκογραφικά.

Η Κέλτικη μουσική είναι αγαπητή σε πολλούς Έλληνες. Αυτό είναι πολύ έκδηλο στις εκδηλώσεις για τη γιορτή του Αγίου Πατρικίου (Εθνική γιορτή στην Ιρλανδία) που παρακολουθώ στη Θεσσαλονίκη εδώ και πολλά χρόνια. Ίσως οφείλεται στους ζωηρούς χορευτικούς ρυθμούς που προκαλούν κέφι και τάση για χορό και στους αμύητους. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει ενδιαφέρον από τον κόσμο και σιγά-σιγά κάνουν την εμφάνισή τους συγκροτήματα που παίζουν τη μουσική αυτή.


Οι iernis (αρχαιοελληνική ονομασία της Ιρλανδίας) εκτός από την σχετική πρωτοπορία έχουν πολλά θετικά στοιχεία. Διασαφηνίζω κατ’ αρχήν πως παίζουν Κέλτικα και όχι μόνο Ιρλανδέζικα, παρά το όνομα, συνεπώς τα τραγούδια και τα οργανικά του δίσκου προέρχονται από όλη σχεδόν την γνωστή περιοχή με Κέλτικη παράδοση. Πρώτο και βασικό θετικό χαρακτηριστικό είναι η επιλογή των κομματιών. Σε αντίθεση με αυτό που περίμενα, διαπίστωσα πως, ευτυχώς, δεν έγινε επιλογή γνωστών κομματιών που μπορεί να βρει ο καθένας στις αμέτρητες συλλογές με Κέλτικη μουσική που κυκλοφορούν. Επίσης δεν είναι κομμάτια με κέντρο βάρους τη χαρά της μπύρας και του ουίσκυ ούτε κομμάτια σαν playlist Ιρλανδικού πάρτι. Η εντύπωση που σχημάτισα είναι πως υπάρχει ειλικρινές ενδιαφέρον για την συγκεκριμένη παράδοση και πριν την τελική επιλογή προϋπήρξε έρευνα και μελέτη.

Τα μέλη του συγκροτήματος που πήραν μέρος στις ηχογραφήσεις – υπήρξαν πολλές αλλαγές στη σύνθεση στο πέρασμα του χρόνου – καλύπτουν με το παραπάνω τα ηχοχρώματα των Κέλτικων τραγουδιών χρησιμοποιώντας τα ανάλογα μουσικά όργανα: Ιρλανδικό μπουζούκι (χωρίς το κοίλο μέρος του δηλαδή), μαντολίνο, μπάντζο, κιθάρες, φλογέρες, φλάουτα, dulcimer και φυσικά uillean pipes, η Ιρλανδική εκδοχή της γκάιντας, ένα πραγματικά δύσκολο όργανο στο οποίο η παροχή του αέρα γίνεται με την σταθερή κίνηση του αγκώνα. Ο Scott Mavroudis είναι ένας πολύ καλός παίκτης και από τα πλεόν δυνατά χαρτιά της ηχογράφησης. Ιδιαίτερη εντύπωση πρέπει να πω πως μου έκανε η Χρυσούλα Κεχαγιόγλου. Την τραγουδίστρια γνώριζα από τελείως διαφορετικές ερμηνείες σε αρκετούς δίσκους, χαρακτηριστικά αναφέρω τις πολύ καλές συνεργασίες με τον Φίλιππο Περιστέρη και τον Θοδωρή Ξυδιά. Δεν ξέρω αν το γεγονός πως γεννήθηκε στον Καναδά της έδωσε κάποια ακούσματα. Είναι εντυπωσιακό όμως πως μια Ελληνίδα τραγουδίστρια μεταφέρει με εξαιρετικό τρόπο μια πιστή ερμηνεία. Τα Κέλτικα, όπως και κάθε παραδοσιακή μουσική, εμπεριέχουν μια ολόκληρη παράδοση και φιλοσοφία ως αποτυπώσεις δεκάδων γενεών. Η απόδοση τους από έναν άνθρωπο που δεν κουβαλά αυτήν την παράδοση είναι αξιοθαύμαστη, έστω και στην μικρή συμμετοχή της στο δίσκο. 


Τόσο ο Γιώργος και Μανώλης Γαλιάτσος όσο και ο Κώστας Ξυδάκης, οι βασικοί των iernis, με σεβασμό στο υλικό και καλή χρήση των πολλών οργάνων που παίζει ο καθένας διαμορφώνουν μια συγκροτημένη Κέλτικη ατμόσφαιρα. Ξαναλέω πόσο εκτιμώ ιδιαίτερα πως αυτός ήταν ο στόχος τους, είναι φανερό, το Κέλτικο συναίσθημα και η παρουσίαση της πλούσιας παράδοσης με τις πολλές εκφάνσεις. Η επαφή με άλλους πολιτισμούς εξ’ άλλου, και μάλιστα όχι στην εγγύτητα της Ελλάδας, δείχνει τη σημασία της μουσικής και τις σπουδαίες γέφυρες πολιτισμού που δημιουργεί. 

Τα κομμάτια του δίσκου είναι τα περισσότερα παραδοσιακά αλλά δεν λείπουν και οι πιο πρόσφατες συνθέσεις. Απρόσμενη στιγμή του δίσκου ένας ζωναράδικος ο οποίος με τον ήχο της Ιρλανδικής γκάιντας δένει εξαιρετικά με τη συνάφεια των υπόλοιπων 14 tracks της χορταστικής ηχογράφησης. 


Χάρηκα πολύ για τη δουλειά αυτή.  Ωραία κομμάτια, πολύ καλές εκτελέσεις αλλά και το συναίσθημα αυτό πως και άλλοι μοιράζονται τις δικές σου σκέψεις και αισθήματα για το θαυμάσιο αυτό κομμάτι γης που ονομάζεται Ιρλανδία (πιο συγκεκριμένα) και για την Κέλτικη μουσική ευρύτερα.