Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης & Μαρία Παπαγεωργίου - Άβουλο θεριό



 Να λοιπόν που ήρθε η ώρα για την δεύτερη κυκλοφορία του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη και της Μαρίας Παπαγεωργίου. Τρία χρόνια πριν, στο «’Ομορφοι Και Ηττημένοι», ήταν η πρώτη τους κοινή κυκλοφορία, η δεύτερη προσωπική του Αλέξανδρου και η πρώτη της Μαρίας. Για ιστορικούς λόγους να θυμηθούμε την χαρακτηριστική πρώτη δισκογραφική παρουσία του καθένα τους:  ο Αλέξανδρος είχε ξεκινήσει με τις ακροάσεις της «Μικρής Άρκτου» για νέους δημιουργούς -ειρήσθω εν παρόδω, η «Μικρή Άρκτος» βρίσκεται ήδη στη διαδικασία νέων ακροάσεων. Την Μαρία την πρωτοακούσαμε στο δίσκο της Δανάης Παναγιωτοπούλου «Homo Logotypus» η οποία (Δανάη) αν και απούσα δισκογραφικά τα τελευταία χρόνια, παραμένει σταθερή αξία στην τραγουδοποιία και ιδιαίτερα στη στιχουργική.


 Κοιτάζοντας πίσω (μου θύμισε Λευκή Συμφωνία αυτό), στον πρώτο δίσκο το αποτέλεσμα ήταν, τουλάχιστον για μένα, αναμενόμενο τουλάχιστον από πλευράς τραγουδιών. Ο Αλέξανδρος είχε δείξει ότι μπορεί και γράφει και ωραία τραγούδια από πλευράς μουσικής αλλά έχει τη δυνατότητα να γράφει και ωραίο στίχο, ένα συνδυασμό που δε βρίσκεις εύκολα. Ήδη από τον πρώτο δίσκο, όλα σχεδόν τα κομμάτια ακούστηκαν και ακούγονται ακόμα. Κάτι που συνέβη και στον δεύτερο δίσκο. Η Μαρία από την άλλη, πέρα από το γεγονός ότι είναι σαφώς χαρισματική έχει το σπάνιο μάλλον χαρακτηριστικό να είναι τραγουδίστρια του live. Με άλλα λόγια, προφανώς ακούγοντας κάποιος τη φωνή της στο δίσκο καταλαβαίνει τις δυνατότητές της. Καταλαβαίνει όμως ένα μέρος μόνο από αυτές· οι υπόλοιπες ξεδιπλώνονται με περισσή άνεση στη συναυλία: κουρδισμένη σαν να ακούς ηχογράφηση, εκφραστική και με άνεση, δείχνει ακριβώς το πόσο καλά ξέρει να κινείται φωνητικά.

Με αυτές τις σκέψεις – και τις προσδοκίες – ο δίσκος που κυκλοφόρησε πριν μερικές εβδομάδες έπαιξε στο cd player για να δω πόσο θα μου αρέσει και όχι αν μου αρέσει. Αυτό είναι από μόνο του μια κατάκτηση.

Μια αρκετά λιτή συσκευασία (και λιτή τιμή), digipack, η οποία ευτυχώς όμως περιέχει τους στίχους και μια έξυπνη και όμορφη ιδέα για εξώφυλλο του cd και του ένθετου. Περιέχει εννιά τραγούδια και πρέπει να πω ότι όταν βλέπω μέχρι δέκα, άντε δώδεκα το πολύ τραγούδια οι πιθανότητες να βρω πολλά καλά τραγούδια είναι περισσότερες· δεν ισχύει πάντα φυσικά, αλλά είναι το σύνηθες.

Η “Phonograph” είναι καινούργια εταιρεία, με δυο κυκλοφορίες μόλις και δεν γνωρίζω περισσότερα γι’ αυτήν. Ξεκίνησε καλά, αυτό είναι βέβαιο.


Ακούγοντας το δίσκο την πρώτη φορά διέκρινα μια ίσως λιγότερο κοινωνική διάσταση σε σχέση με τους προηγούμενους. Ο Αλέξανδρος γράφει στίχους που μου αρέσουν και μάλιστα πολύ. Έχει γράψει στίχους που, με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, περιγράφει εξαιρετικά αυτά που θέλει είτε γράφει για τη ζωή της επαρχίας, είτε για το δάνειο, τη νωθρότητα του καναπέ, τον χαμηλό μισθό. Ακόμα και όταν είναι πιο ερωτικός, δένει πολλές φορές - και μάλιστα θαυμάσια - το ερωτικό με το κοινωνικό στοιχείο όπως για παράδειγμα στο υπέροχο «Ἐρωτας Στον Ακάλυπτο». Αυτό ακριβώς το ωραίο δέσιμο γίνεται και στο κομμάτι που ανοίγει το δίσκο, το «Στη Μέση Αυτού Του Δρόμου».  Στα υπόλοιπα κομμάτια ο δίσκος έχει κυρίως ερωτικό χαρακτήρα χωρίς όμως να πέφτει με κανέναν τρόπο σε κλισέ.

Μουσικά ο δίσκος έχει ενδιαφέρον. Είπαμε, ο Αλέξανδρος γράφει ωραία τραγούδια και αυτό δεν άλλαξε. Μάλιστα τα τραγούδια που γράφει δεν είναι εύκολα, έχουν το βάθος τους, είναι δουλεμένα πολύ, αλλά δεν είναι δύσκολα με την έννοια της δυσκολίας στην ακρόαση. Προσέχει τις αρμονίες και ενώ δεν χρησιμοποιούνται πολλά όργανα αυτά που εν τέλει χρησιμοποιούνται μπαίνουν εκεί που χρειάζεται για να δώσουν την πινελιά τους, όπως η τρομπέτα του Πολυζωγόπουλου ή το βιμπράφωνο του Παρασκευαΐδη. Τα χέρια τους έβαλαν επίσης – κυριολεκτικά – και οι δισκογραφικά γνωστοί Νίκος Χαλβατζής και Εύα Ατματζίδου.

Στο δίσκο υπάρχει η μπαλάντα, το «Ἀβουλο Θεριό», άλλοτε μια jazzy διάθεση όπως στο «Αμφιβολία» και φυσικά στο «Πισώπλατα», το «Θαύματα» είναι ένα τραγούδι με λαϊκές καταβολές και μάλλον απροσδόκητη ενορχήστρωση. Τα «Μισόλογα» είναι ένα ντουέτο Αλέξανδρου και Μαρίας σε ένα μικρής διάρκειας τραγούδι αλλά με νεύρο, το «Τι Είμαι Για σένα» ένα… εντεχνομπλούζ με τη φυσαρμόνικα του Παναγιώτη Παπαϊωάννου και το «Μπαλώνω κενά» ένα ευχάριστο κλείσιμο του δίσκου μετά από το «Η Ζωή Μετρά Τις Εξαιρέσεις», ένα πραγματικά υπέροχο κομμάτι, από τα δυνατά χαρτιά του δίσκου.


 Συνδυάζοντας την ποικιλία ρυθμών, ειδών και την ποιότητα συνολικά των τραγουδιών φτάνουμε και πάλι στην ερμηνεία. Τα κομμάτια γράφτηκαν βέβαια για την Μαρία και πάλι όμως, δεν μπορεί παρά να χαίρεται κανείς όταν ακούει αυτές τις τόσο ωραίες ερμηνείες γνωρίζοντας πως ακούει μια κοπέλα στο ξεκίνημά της σχετικά συνειδητοποιώντας πως παρακολουθεί μια φωνή που πρόκειται να δώσει πολλές καλές στιγμές στο μέλλον. Η Μαρία Παπαγεωργίου είναι από τις τραγουδίστριες που θα μας απασχολούν ευχάριστα.

Δεν πρέπει, τέλος, να παραλείψω να πω πως έγινε σωστή δουλειά και στο κομμάτι της ηχογράφησης και το αποτέλεσμα είναι πολύ καλού επιπέδου. 

Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης και  Μαρία Παπαγεωργίου, «Άβουλο Θεριό», σίγουρα από τα καλύτερα της χρονιάς.

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Yiorgos Psihoyios - In Paris




Τέλη του 2006 - αρχές του 2007 ήταν απ’ όσο θυμάμαι όταν κυκλοφόρησε ο πρώτος δίσκος του Γιώργου Ψυχογιού και από τότε άλλοι δύο δίσκοι υπάρχουν στο ενεργητικό του μέχρι σήμερα, με χαρακτηριστικά τους καλούς μουσικούς και τις ωραίες μελωδίες. Το πιάνο ήταν το κεντρικό όργανο στις τρεις δουλειές αυτές, κάτι που έρχεται να αλλάξει σε αυτόν, τον τέταρτο δίσκο του. 


Ο δίσκος «Yiorgos Psihoyios In Paris»  έχει όντως έναν παριζιάνικο αέρα. Ήδη από το πρώτο κομμάτι είναι εύκολα αντιληπτό καθώς είναι ένα manouche με τίτλο “Manouche Mamma”, μια σύνθεση του ίδιου του Ψυχογιού. Παρ’ όλ’ αυτά στο δίσκο περιλαμβάνονται λίγες δικές του συνθέσεις·  ακούγονται πολλές γνωστές συνθέσεις όπως το “Dance Me To The End Of Love”, το “Autumn Leaves”, το “How Insensitive”, το “Orfeo Negro”, το “Moon River”. To κεντρικό όργανο είναι πλέον το ακορντεόν και με περηφάνια αναγράφεται πως χρησιμοποιεί ένα από τα καλύτερα ακορντεόν του κόσμου (Siwa and Figli). Όπως λέει και ο ίδιος στον δίσκο αυτό θέλει να εκφράσει και να μοιραστεί με τους ακροατές του δίσκου ένα από τα όνειρα της παιδικής του ηλικίας: την μαγεία του ακορντεόν μέσω της jazz

Οι μουσικοί που συμμετέχουν στο δίσκο είναι βεβαίως… του χώρου. Από τους πρώτους αναγραφόμενους μουσικούς, στο πρώτο κομμάτι δηλαδή, βρίσκουμε τον Νίκο Τερζάκη στις κιθάρες και τον Χρήστο Ασωνίτη στα τύμπανα, με άλλα λόγια τα 2/3 των Jazz On T.A.P. Στη συνέχεια βλέπω τον Περικλή Τριβόλη στο κοντραμπάσο και τον Αποστόλη Λεβεντόπουλο στις κιθάρες και πάλι τα 2/3, των Prime Time Trio. Είναι προφανές βέβαια πως αυτές είναι κάποιες μόνο από τις συνεργασἰες τους αφού στη jazz ειδικά οι μουσικοί παίζουν πολύ συχνά μεταξύ τους με διάφορα σχήματα. Και ο Δημήτρης Παπαδόπουλος στην τρομπέτα δίνει το παρών, ο Γιώργος Ξανθάκος στο τενόρο σαξόφωνο και ο Γιάννης Κασέτας στο άλτο –ένα πολύ μεγάλο ταλέντο – και ο Βαγγέλης Παρασκευαϊδης  δημιουργεί μια άλλη ατμόσφαιρα με το βιμπράφωνο και τη μαρίμπα του. Ιδιαίτερη μνεία για τον μουσικό που ακούει στο όνομα Σώλης Μπαρκή· τα παιξίματά του έχουν πάντα ενδιαφέρον, δίνουν χαρακτήρα στα κομμάτια, κάτι που γίνεται για παράδειγμα στο “Orfeo Negro” έντονα, με το πρώτο μέρος μόνο με κρουστά να μας εισαγάγει εξόχως στο Βραζιλιάνικο κλίμα πριν το κύριο θέμα και στη συνέχεια και πάλι, μόνο με κρουστά, κλείνει το κομμάτι. 


Σε γενικές γραμμές ο δίσκος περιγράφεται από τον τίτλο. Είναι ξεκάθαρη η προσπάθεια να δοθεί μια γαλλική αίσθηση στον ήχο και μάλιστα της Γαλλίας του ’50 και του ’60. Ένα ευχάριστο αποτέλεσμα που σε ταξιδεύει πολλά χρόνια πίσω κρατώντας όμως και τις σωστές αναλογίες. Το ακορντεόν προσφέρεται για μια τέτοια επιστροφή αφού έχει συνδεθεί στενά με τον ήχο και το συναίσθημα των γαλλικών τραγουδιών ακόμα και πριν από τις δεκαετίες αυτές. Η νοσταλγική διάθεση του “Autumn Leaves” (την οποία έχει έτσι κι αλλιώς το κομμάτι, αλλά είναι πιο έντονη εδώ από την γενικότερη ενορχήστρωση και ακόμα περισσότερο από τη γλυκειἀ χρήση μικρής ομάδας εγχόρδων), η πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή του “Dance Me To The End Of Love”, το απρόσμενο φλάουτο στο “Uno Dollaro Bucato” αφήνουν τέτοιες ακριβώς εντυπώσεις. Εξαιρετικές στιγμές του δίσκου, μια ζωηρή και ρυθμική «νύχτα στην Τυνησία» (Night In Tunisia) και από την άλλη ένα “Moon River” πανέμορφο με τρία όργανα μόνο: ένα χαλαρό αλλά ουσιαστικό κοντραμπάσο και το ακορντεόν και το βιμπράφωνο πολύ ευγενικά να παίζουν τη μελωδία. Το manouche που ανοίγει και κλείνει το δίσκο συνδέει εύστοχα το τότε με το τώρα λόγω της επιστροφής της «μόδας» του manouche ή gypsy swing.


Ένας easy listening jazz δίσκος, με γαλλικές αναφορές και τη ματιά ενός πολύ καλού μουσικού, του Γιώργου Ψυχογιού.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Στέλιος Πετράκης – Ωρίων




Ο Στέλιος Πετράκης είναι ένας από τους πιο χαρισματικούς μουσικούς της Κρήτης και όχι μόνο. Οι προσωπικές δουλειές του στις οποίες συμμετέχουν και εξαιρετικοί μουσικοί είναι πραγματικά χάρμα ώτων, ενώ είναι άφθονες και οι συμμετοχές του σε συγκροτήματα ή σε ηχογραφήσεις. Ένα εκτενές και πολύ ενδιαφέρον βιογραφικό και άλλα πολλά μπορεί να διαβάσει ο κάθε ενδιαφερόμενος στην προσωπική του ιστοσελίδα:                             http://www.steliospetrakis.com


Η αρχική σκέψη ήταν να γράψω μερικές σκέψεις για τον πιο πρόσφατο δίσκο του «Μαύρα Φρούδια», ένα τρίο ουσιαστικά με δύο μουσικούς, συνεργάτες του εδώ και αρκετά χρόνια, τον Efrén López και τον Bijan Chemirani. Δουλειά υψηλής ποιότητας αναμφίβολα. Όμως… όταν αναφέρω τον Πετράκη από το 2008 και αργότερα στο νου μου έρχεται πάντα ο «Ωρίων». Ένας δίσκος που, αν βρισκόμασταν στην εποχή του βινυλίου, θα έλεγα μετά βεβαιότητας πως ο δίσκος έλιωσε, σε οικιακές ακροάσεις αλλά φυσικά και στο ραδιόφωνο. Μια παραγωγή άρτια από την αρχή ως το τέλος, που συγκαταλέγεται με μεγάλη ευκολία στις κορυφαίες στιγμές της πρόσφατης Κρητικής και ευρύτερα Ελληνικής μουσικής γενικότερα.

 Έξι μόνο κομμάτια σε έναν δίσκο 52 περίπου λεπτών, χορταστικά συνεπώς σε διάρκεια, χωρίς καθόλου όμως να κουράζουν ή να δίνουν την εικόνα της επανάληψης – πέρα προφανώς από την κυκλική επανάληψη των θεμάτων. Στο θαυμάσιο αποτέλεσμα ρόλο σημαντικό έχουν και οι επίσης θαυμάσιοι μουσικοί που συμμετέχουν: ο Γιώργος Καλούδης στο τσέλο, σε δρόμους πολύ διαφορετικούς από αυτούς που θα περίμενε κανείς· Ο Χάρης Λαμπράκης και εδώ έβαλε την πινελιά του με το νέυ του·  ο Bijan Chemirani συνεχίζοντας την μουσική κληρονομιά της οικογένειάς του φέρνει την τέχνη των κρουστών από το Ιράν στην Κρήτη· ο Efrén López παίζει… ότι υπάρχει (!), διεθνής μουσικός και αυτός, με πλούσιο βιογραφικό και ιδρυτικό μέλος των καταπληκτικών LHam De Foc (όσοι δεν έτυχε να έχουν ακούσει να το πράξουν τώρα!)· ο Kevin Seddiki  είναι ένας κιθαρίστας εντυπωσιακής καθαρότητας· ο Γιώργος Μακρής δίνει με την γκάιντά του χαρακτηριστικό ηχόχρωμα στον δίσκο, ένας από τους καλύτερους μουσικούς στο συγκεκριμένο όργανο· η λύρα – ανάμεσα άλλα όργανα – του Στέλιου Πετράκη, κρατάει τον κρητικό ήχο και δείχνει την ικανότητά του στη χρήση της. Με τις φωνές του συμμετέχουν η Μαρία Σίμογλου, ο Γιώργης Ξυλούρης και ο Βασίλης Σταυρακάκης.

Ο τελευταίος τραγουδάει σε ένα από τα πιο ωραία κρητικά τραγούδια της σύγχρονης μουσικής της Κρήτης και ως προς το τραγούδι και ως προς την εξέλιξή του, το «Πάρε Με Νύχτα» που συνδυάζεται υπέροχα με έναν ακόμα συρτό, τον «Συρτό Της Νίκαιας». Ιδιαίτερες στιγμές του δίσκου και το «Ωρίων Και Πλειόνη» όπως και ένας ζωναράδικος, το «Καινούργια αγάπη», ένα ορχηστρικό και ένα τραγούδι, και τα δύο με ωραίο ήχο και πολύ καλές ενορχηστρώσεις. 


Ο δίσκος ανοίγει όμως με τα «Βόρεια Μονοπάτια». Δεκατρία λεπτά συναισθήματος, ψυχικής ανάτασης, περηφάνειας. Από τα πιο ωραία κομμάτια που έχω ακούσει ποτέ. Η λύρα του Πετράκη ξεκινά το μαγευτικό ταξίδι της ενώ το τσέλο κρατά νότες με μεγάλες διάρκειες, σαν ισοκρατήματα. Καθώς το βασικό θέμα ακούγεται πιο ανοιχτό, μπαίνει το νταούλι (Κώστας Μερετάκης) και η γκάιντα του Γιώργου Μακρή δίνοντας την κορύφωση της συναισθηματικής φόρτισης. Τρεις κύκλοι, τρεις κορυφώσεις και ένα πανέμορφο κλείσιμο με γκάιντα. Μερικά πράγματα όσο και να γίνει  προσπάθεια να περιγραφούν πρέπει να τα δεις ή να τα ακούσεις. Τα «Βόρεια Μονοπάτια» θα μπορούσαν να είναι ένας νέος εθνικός ύμνος.

Έξι κομμάτια που, είτε με είτε χωρίς λόγο, δείχνουν το επίπεδο που μπορεί και πρέπει να κινείται η Κρητική μουσική με την ευρεία έννοια. Ο κάθε μουσικός συμβάλλει με την δεξιοτεχνία και την προσφορά του πολιτισμού της χώρας του και ο Στέλιος Πετράκης  με το ταλέντο του. Με τις επόμενες δουλειές του, είχαμε –ευτυχώς- αξιόλογη συνέχεια αυτού του σημείου αναφοράς και έτσι κάθε δίσκος του είναι πλέον μια δεδομένη πηγή μελωδιών και συναισθημάτων.


Η Κρητική μουσική είναι ίσως η πιο δυναμική κοιτίδα προάσπισης της επαφής της σύγχρονης εποχής με την παράδοση. Νέοι μουσικοί προσεγγίζουν τα παραδοσιακά τραγούδια και όργανα, μαθαίνουν παραδοσιακά τραγούδια και σκοπούς, γράφουν καινούργια. Η εκτίμηση και ο σεβασμός μου για τον ευλογημένο αυτό τόπο είναι απύθμενα. Ανεξάρτητα από τον αν κάποιος θέλει να ακούει λιγότερο η περισσότερο Κρητική μουσική, ή ίσως πιο σωστά Κρητικό ήχο, ο δίσκος αυτός πρέπει να ακουστεί παντού και να μην σταματήσει να ακούγεται.