Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Χρυσόστομος Σταμούλης – Αγάπη Σ’ Αγαπάω




Τα καλά δισκογραφικά νέα από τη Θεσσαλονίκη συνεχίζονται. Είναι η σειρά του Χρυσόστομου Σταμούλη να βρεθεί στην ομάδα μουσικών της πόλης με νέους και αξιόλογους δίσκους. Η νέα του δουλειά είναι μια όμορφη κυκλοφορία με βιβλίο στο οποίο περιέχονται οι στίχοι των τραγουδιών αλλά και μια επιλογή κειμένων και ποιημάτων με κεντρικό άξονα την αγάπη με το βλέμμα του Χαλίλ Γκιμπράν, του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, του Μάνου Χατζιδάκι, του Τάσου Λειβαδίτη, του Τάκη Βαρβιτσιώτη, του Όσκαρ Ουάιλντ και άλλων. Το εξώφυλλο είναι έργο του ζωγράφου Ανδρέα Νικολάου.


Οκτώ τραγούδια, δύο τραγουδιστές και μία τραγουδίστρια περιλαμβάνει το μουσικό μέρος, μαζί με τρεις μόνο μουσικούς ο μικρός αριθμός των οποίων παρατηρείται μόνο διαβάζοντας τα ονόματα τους. Η Μελίνα Κανά δίνει το τραγουδιστικό στίγμα της Θεσσαλονίκης (αν και εσωτερική μετανάστρια πλέον) ενώ οι αντρικές φωνές είναι του Γεράσιμου Ανδρεάτου και του Απόστολου Ρίζου. Τρεις φωνές ιδιαίτερες και αγαπητές: η χαρακτηριστική γλυκιά βραχνάδα του Απόστολου Ρίζου, η φωνή παντός καιρού του Γεράσιμου Ανδρεάτου – που όσοι τον περιγράφουν ως λαϊκό (μόνο) τον μειώνουν πολύ και βέβαια το… εργοστάσιο Μελίνα Κανά με δεκάδες νέα κορίτσια να μιμούνται θελημένα ή αθέλητα τη φωνή της. Οι τρεις αυτοί ερμηνευτές έχουν τον σχετικά εύκολο της απόδοσης των τραγουδιών με τη φωνή τους. Σχετικά εύκολο γιατί ήδη η καλή βάση είναι έτοιμη.
 
Και λέγοντας καλή βάση εννοώ αρχικά τους μουσικούς: Ο Δημήτρης Λάππας, αυτό το πολύ μεγάλο ταλέντο στις κιθάρες, το μπουζούκι και το μπάσο, ο Θάνος Σταυρίδης στο εξαιρετικό ακορντεόν αλλά και τα κρουστά και βέβαια ο διεθνής Βασίλης Βαρβαρέσος στο πιάνο. Εκτός όμως από τους μουσικούς η καλή βάση για τους τραγουδιστές εμπεριέχει και τα ίδια τα τραγούδια. Επιλεγμένα από τον Χρυσόστομο Σταμούλη ανάμεσα σε πολλά περισσότερα κρατούν το επίπεδό τους υψηλό και δένουν με την πολύ καλή επιλογή στίχων, πέρα από τους στίχους του ίδιου, της Σόνιας Κούμουρου, του Παναγιώτη Θωμά αλλά και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. 


Ο Χρυσόστομος Σταμούλης έχει δείξει και στις προηγούμενες δουλειές του πως και ωραίες μελωδίες για ορχηστρικά γνωρίζει να γράφει και γνωρίζει να γράφει και τραγούδια όμορφα, θα τολμήσω μάλιστα να πω διαχρονικά, γιατί διαχρονικό τραγούδι είναι αυτό που έχει ήθος· τα τραγούδια του λοιπόν έχουν ήθος, υπηρετούν με σεβασμό την τραγουδοποιία και το διδάσκουν όπως το διδάσκει και ο ίδιος στο Πανεπιστήμιο ως καθηγητής.

Το κάθε ένα τραγούδι έχει προφανώς τις δικές του ομορφιές αλλά δεν μπορώ να μην επισημάνω την «προσωπικότητα» που διαθέτει το “Κατάλευκο Πουλί”, τους στίχους στο “Γιορτές Πληγές” που προκάλεσαν τη δημιουργία ενός συνολικά πολύ ωραίου τραγουδιού. Ωστόσο είναι οι “Αγάπες” που μου άφησαν κάτι ακόμα περισσότερο και από το “Γιορτές Πληγές”: ένα κομμάτι λαϊκό, εξαιρετικό, από τα πραγματικά σπάνια λαϊκά τραγούδια με τη σπαρακτική ερμηνεία του Γεράσιμου Ανδρεάτου που υπενθυμίζει γιατί είναι πολύ μεγάλος ερμηνευτής. Ένα τραγούδι που το τοποθετώ στα πιο συναισθηματικά τραγούδια και δίπλα στα καλύτερα ζεϊμπέκικα.



Δεν χρειάζονται περισσότερα λόγια. Ωραία τραγούδια και ωραίες ερμηνείες σε ένα όμορφο βιβλίο. Ο πολιτισμός της κρίσης αντιστέκεται σθεναρά.

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Η Ασάφεια της συμμετοχής και της παρέμβασης




Η ασάφεια της συμμετοχής και της παρέμβασης ή αλλιώς πώς γίνεται να τρως όταν σκοτώνουν τον γείτονα. Ο γείτονας μπορεί να είναι στο διπλανό διαμέρισμα ή να μένει στο δρόμο. Μπορεί να μένει μόνος του ή με την οικογένεια του που μπορεί να απαριθμεί λίγα ή χιλιάδες μέλη. Ίσως να είναι μέρα (ή μέρες) προσευχής, δηλαδή Κυριακή, ίσως να είναι μέρα νηστείας, δηλαδή Τετάρτη ή Παρασκευή και μάλιστα Αγία. Μπορεί να τον σκοτώνουν με μαχαίρι ή με κάποιο άλλο αιχμηρό αντικείμενο, ένα χαρτί για παράδειγμα, το οποίο είναι γνωστό ότι επιφέρει πιο σοβαρές και βαριές βλάβες. Υπάρχει το χειρουργείο, πάντα, για τις δύσκολες επεμβάσεις αλλά πόσος γύψος να υπάρχει;

Ο γείτονας πολτοποιείται· είτε από το χαρτί είτε από τους χαρτογιακάδες -οι οποίοι σχετίζονται με το χαρτί πολύ περισσότερο από την κάλυψη του λαιμού τους. Δεν είναι ο πρώτος αλλά ένα ακόμα νούμερο που προστίθεται στη σειρά των μαζικών δολοφονιών, είτε σωματικών είτε ψυχικών, των οποίων τα συνολικά νούμερα δεν καταγράφονται γιατί δεν είναι δυνατό να καταγραφούν οι ψυχικές δολοφονίες, πολύ δε περισσότερο οι απεγνωσμένες και συστηματικές προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ο γείτονας δεν είμαι εγώ αλλά θα μπορούσα να είμαι. Ο γείτονας δεν είμαι εγώ, τώρα, αλλά ίσως υπήρξα και εγώ πρόσφατα. Ο γείτονας είναι πρόσωπο που πολλαπλασιάζεται και παίρνει μορφή όλο και πιο οικεία. Σιγά-σιγά αρχίζει και μας μοιάζει. Όταν θα γίνει φτυστός εμείς κάποιος άλλος θα τρώει δίπλα μας – αν έχει: άλλον ή φαγητό.

Και η μουσική τι σχέση μπορεί να έχει; Έχει. Κάθε μουσική θα ακούγεται σαν Βάγκνερ. Κάθε κυκλοφορία, κάθε αναφορά. Έτσι δεν θα ακουστεί τίποτα, δε θα προταθεί, δε θα αναλυθεί, δε θα σχολιαστεί. 

Μένει μόνο καπνός σέρτικος και πνιγηρός…




Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Ελληνική Ραδιοφωνία (και τηλεόραση)




Κρατάω στα χέρια μου μια κασετίνα με τέσσερα βινύλια για τα 50 χρόνια της ελληνικής ραδιοφωνίας 1938 - 1988.

Ανάμεσα στα περιεχόμενα - ντοκουμέντα αναφέρω: Γιώργος Σεφέρης, Δημήτρης Χορν, Κατίνα Παξινού, Έλλη Λαμπέτη, Κυβέλη, Κατερίνα Κοτοπούλη, Μαρία Κάλλας, Μίκης Θεοδωράκης.


Για το περιττό της Ραδιοφωνίας και συνεπώς και του πολιτισμού.

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Νίκος Μαμαγκάκης – Η Όπερα Των Σκιών




Αν θελήσει κανείς να κάνει μια αναφορά σε κάποιο δίσκο του Νίκου Μαμαγκάκη και έχοντας έστω δεδομένο ότι έχει αποφασίσει να αναφερθεί σε κάποια από τις καινούργιες του δουλειές, στο δικό του label,  απλά πρέπει να διαλέξει έναν από τους πενήντα και πλέον τίτλους! Πρόκειται για έναν από τους πλέον ακούραστους και παραγωγικούς έλληνες μουσικούς. Βεβαίως πρόκειται και για έναν από τους καλύτερους, τους πιο ταλαντούχους, που με χαρακτηριστική ευκολία γράφει για όλα σχεδόν τα είδη μουσικής. 



Λόγω της πολύ μεγάλης εκτίμησης που τρέφω για τον συνθέτη θέλησα να παρουσιάσω μια δουλειά του που αγαπώ ιδιαίτερα. Μέσα στον τεράστιο όγκο της συνολικής δουλειάς του υπάρχουν διαμάντια κρυμμένα και διαμάντια στο φως. Η «Όπερα Των Σκιών» ανήκει στην πρώτη περίπτωση αν δεν αναφερόμαστε σε ένα πιο εξειδικευμένο κοινό αλλά στο ευρύτερο φιλόμουσο κοινό.

Το έργο, συνοπτικά, διαθέτει τα πάντα: Το λιμπρέτο του Νάσου Θεοφίλου είναι πέραν περιγραφής. Ο Καραγκιόζης, ο Χατζηαβάτης και ο Βεζύρης δίνουν το παρών με ανατρεπτικό (κυριολεκτικά!), σκωπτικό και διαχρονικό λόγο, δουλεμένο σε κάθε λέξη του. Η ραχοκοκαλιά της όπερας, το λιμπρέτο, στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί μια λογοτεχνική κατάθεση υψηλού επιπέδου και τοποθετεί την όπερα ήδη από την κείμενό της στην ομάδα των ξεχωριστών έργων. Επιπλέον, ο Νίκος Μαμαγκάκης αναγνωρίζοντας την αξία του λόγου του Νάσου Θεοφίλου περιέλαβε όλο το λιμπρέτο στη έκδοση του διπλού ψηφιακού δίσκου, συνεπώς αναφερόμαστε και σε ένα χορταστικό ένθετο.


Οι φωνές που συμμετέχουν στην όπερα είναι πολύ γνωστές: Από τη Σαβίνα Γιαννάτου στον Κώστα Κληρονόμο, από την Ηρώ Σαΐα στον Χάρη Ανδριανό και από τον Γιάννη Ιδομενέως στον Τάση Χριστογιαννόπουλο, ανάμεσα στους άλλους. Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος μάλιστα, σύμφωνα με το εισαγωγικό σημείωμα του συνθέτη «ανέλαβε τη συγκέντρωση, τη διδασκαλία και τον ενθουσιασμό των είκοσι περίπου ερμηνευτών της όπερας και τον ευχαριστώ θερμά». Συνεργάτης πολύτιμος του Νίκου Μαμαγκάκη, έχει δισκογραφική παρουσία σε μεγάλο αριθμό από έργα του με εξαιρετικές ερμηνείες (όπως στα τόσο αγαπημένα «Πέντε θεατρικά τραγούδια»). Συνεργάτες και σε άλλες δουλειές του συνθέτη είναι και άλλοι τραγουδιστές που συμμετέχουν στην όπερα, το αηδόνι με το όνομα Σαβίνα και – ευτυχώς – και ο Νάσος Θεοφίλου ο οποίος δυστυχώς δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή.

Το τρίτο τμήμα της όπερας είναι προφανώς το μουσικό. Και εδώ οι γνώσεις, η εμπειρία και το ταλέντο του Νίκου Μαμαγκάκη καταγράφονται σε χαρτιά ενορχήστρωσης δίνοντας ένα συνολικό αποτέλεσμα που ενώνει τον λόγο, τις φωνές και τη μουσική με τρόπο θαυμαστό. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, η μουσική και η ενορχήστρωση την υποστηρίζουν αρμονικά. Ο Νίκος Μαμαγκάκης πρόσεξε τις στιγμές των λεπτών λόγων, των υπονοούμενων, τη ειρωνεία και τους έδωσε το πρέπων ηχόχρωμα.


 Βρίσκω την «Όπερα Των Σκιών» ως ένα από τα πιο σημαντικά έργα, χωρίς να πω των τελευταίων ετών, και ένα από τα πιο σημαντικά του συνθέτη. Ευτύχημα είναι πως το καταπληκτικό λιμπρέτο του Νάσου Θεοφίλου (σε μια ιδέα του Νίκου Μαμαγκάκη) βρέθηκε στα χέρια ενός μουσικού με πολλές γνώσεις και μάλιστα στην ύστερη ωριμότητά του, που συμπίπτει -όσο κι αν ακούγεται περίεργο- με την εντονότερη συνθετική του περίοδο. 

Ανακαλύψτε τον δίσκο και αναζητείστε τον σε πολύ καλή τιμή. Περισσότερα για το έργο του Νίκου Μαμαγκάκη στο http://mamangakis.weebly.com/

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Dimitris Kalantzis Quintet – Modes & Moods (Music By Mikis Theodorakis)



 Λογική ακολουθία αυτός ο δεύτερος δίσκος μετά την επιτυχία του πρώτου δίσκου του κουιντέτου του Δημήτρη Καλαντζή και την σύμπραξη με την Καμεράτα. Θυμίζω πως με μεγάλη επιτυχία – μουσική εδώ – μουσικά θέματα και τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι ακουγόταν σε jazz διασκευές χορταστικές σε διάρκεια, ηχοχρώματα και αρμονίες. Έτσι, η επόμενη δουλειά ήταν σχεδόν βέβαιο πως θα ήταν τραγούδια και θέματα της έτερης κολόνας της ελληνικής μουσικής, του Μίκη Θεοδωράκη.



Το ερώτημα, πριν την ακρόαση, ήταν αν το αποτέλεσμα θα ήταν τόσο καλό και ενδιαφέρον όσο την πρώτη φορά γιατί  χαρακτηριστικό του Μίκη είναι η έντονη ρυθμικότητα. Ένα δυναμικό πεντάρι στο «Γελαστό Παιδί», ένα αντίστοιχο τριάρι στο «Της Αγάπης Αίματα», τραγούδια πασίγνωστα και αγαπημένα όπως και τα υπόλοιπα έξι, είναι βέβαιη πρόκληση για τον μουσικό που θέλει να επέμβει και ρυθμικά και αρμονικά.

Στον δίσκο και πάλι την ορχήστρα διευθύνει ο Μίλτος Λογιάδης αλλά αυτή είναι η Ορχήστρα Εγχόρδων Πατρών και την απαιτητική και σημαντικότατη εργασία του σκορ της ορχήστρας έκανε ο Γιάννης Αντωνόπουλος. Οι εξαιρετικοί μουσικοί του κουιντέτου είναι ο Τάκης Πατερέλης στο άλτο σαξόφωνο, ο Ανδρέας Πολυζωγόπουλος στην τρομπέτα και το φλικόρνο, ο Αλέξανδρος – Δράκος Κτιστάκης στα τύμπανα, Ο Γιώργος Γεωργιάδης στο μπάσσο και ο Δημήτρης Καλαντζής στο πιάνο  - και προφανώς στις ενορχηστρώσεις. Το εισαγωγικό σημείωμα έγραψε ο ίδιος ο Μίκης αναφέροντας την εκτίμησή του για την jazz και το αποτέλεσμα της επεξεργασίας των τραγουδιών του. 


Στο καθαρά μουσικό μέρος τώρα, η συνεργασία τόσων ταλαντούχων μουσικών σε συνδυασμό με την βάση των θεμάτων, τα ανεπανάληπτα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, προσφέρει απλά μια πάρα πολύ ωραία δισκογραφική δουλειά τόσο για τους φίλους της jazz όσο και για τους φίλους του Μίκη (όλους δηλαδή!) που ενδεχομένως δεν είναι ιδιαίτερα μυημένοι στον ήχο αυτό. Τα κομμάτια είναι επεξεργασμένα με φαντασία και πολλές φορές οι εναρμονίσεις της ορχήστρας είναι αυτές που οδηγούν μακριά από το τραγούδι όπως το γνωρίσαμε. 

Η μόνη ένσταση που θα μπορούσε να συζητηθεί ίσως είναι το βάρος των τραγουδιών, η στιχουργική τους αναφορά και οι μνήμες και κατά πόσο αυτό ταιριάζει σε μια διασκευή χωρίς τον λόγο που ειδικά στον Μίκη παίζει αν όχι πρωτεύοντα τότε σίγουρα εξ’ ίσου σημαντικό ρόλο με τη μουσική.  Με άλλα λόγια, όσο υπέροχη και να είναι (και είναι) η διασκευή του τραγουδιού –ύμνου «Στα Περβόλια» δεν παύει να λείπει ένα σημαντικό του μέρος. Ένα από τα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών, παγκοσμίως, δεν διαθέτει τις δονήσεις των λέξεων που μας ριγούν, όπως συμβαίνει και στους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη στο «΄Αξιον Εστί», με διαφορετικό τρόπο. Όλα αυτά, γενικά και όχι για την συγκεκριμένη μόνο διασκευή.


 Κάθε κομμάτι πάντως φανερώνει μια άλλη οπτική. Τα μέρη της ορχήστρας άλλοτε κρατούν βασικό ρόλο και άλλοτε συμπληρώνουν δείχνοντας την φροντίδα των διασκευών. Όλα τα κομμάτια είναι εξαιρετικά και ο δίσκος είναι για συνολικές ακροάσεις. Πρέπει όμως να σταθώ σε μια καταπληκτική στιγμή του δίσκου: η διαφορετική απόδοση στο «Του Μικρού Βοριά» είναι υπέροχη και είναι από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου.

Και αυτή λοιπόν η δουλειά του Δημήτρη Καλαντζή και των μουσικών του κουιντέτου δείχνει ταλέντο, ενδιαφέρον, διάθεση για δημιουργικότητα σε πολύ υψηλό επίπεδο. Βρίσκω βέβαιο πως η αποδοχή του θα είναι ανάλογη.