Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Vangelis Katsoulis – Orfeo/The Sleeping Beauties



Η δισκογραφική αναφορά στην ανάρτηση αυτή είναι διπλή. Στην πραγματικότητα είναι μια καλή αφορμή για να γράψω κάποια πράγματα για τον Βαγγέλη Κατσούλη και για τα τριάντα περίπου χρόνια παρουσίας του στην δισκογραφία. Μετρώντας δεκαπέντε τίτλους, με ένα πρόχειρο μέτρημα, είναι ένας καλλιτέχνης που ταλαιπωρεί σταθερά όποιον θέλει να έχει σε μια τάξη την δισκοθήκη του, χωρισμένη σε είδη: Με στέρεες βάσεις στον αυτοσχεδιασμό, ο Βαγγέλης Κατσούλης εμπλουτίζει συνεχώς την μουσική του και δίνει δουλειές με τεράστια διαφορά μεταξύ τους όπως και αυτές στις οποίες θα αναφερθούμε.


Οι πρώτες του δουλειές βρίσκονται μόνο σε βινύλιο και, σαν να μην φτάνει αυτό την εποχή του mp3, κάποιες είναι και αρκετά δύσκολο να βρεθούν πλέον. Ξεκινώντας στην - θρυλική πλέον – Praxis to 1986 συνεχίζει to 1988  στην Utopia, μια δική του εταιρεία μαζί με τον Θύμιο Παπαδόπουλο. Κυκλοφορεί τότε το “The Slipping Beauty”. Ύστερα από τη συνεργασία του με τη Lyra, την Blue Note, την Libra, επανέρχεται εικοσιπέντε χρόνια μετά απο εκείνον τον δίσκο με το βινύλιο “The Sleeping Beauties”.

Πρόκειται για τη δεύτερη κυκλοφορία της Into the Light Records, μετά την ομότιτλη συλλογή που κυκλοφόρησε το 2012 (και στην οποία περιλαμβάνεται και μια σύνθεση του Βαγγέλη Κατσούλη). Στον δίσκο αυτό υπάρχουν έντεκα κομμάτια, τέσσερα από τα οποία βρίσκονται και στο “The Slipping Beauty” , ο οποίος περιείχε 16 σύντομες συνθέσεις. Από τα υπόλοιπα κομμάτια, δύο είναι ακυκλοφόρητα από το 1988, δύο καινούργια του 2012 και τρία κομμάτια από το δίσκο “Celephais/Through The Door Into A Dream”. O δίσκος αυτός του 1990 είχε στην πρώτη πλευρά συνθέσεις του Μιχάλη Γρηγορίου και στην δεύτερη τέσσερα κομμάτια του Βαγγέλη Κατσούλη.

Ο ήχος βρίσκεται κοντά στο ambient και το new age, με τα keyboards να έχουν τον κύριο ρόλο. Αν και υπάρχουν κομμάτια διαφορετικών εποχών και ηχογραφήσεων, το “The Sleeping Beauties” είναι μια concept, θα λέγαμε, δουλειά με την έννοια ότι ακούγεται σαν ενιαίο σύνολο.


 Κατεξοχήν ωστόσο ενιαίο σύνολο αποτελεί το “Orfeo”. Πριν απ’ όλα πρέπει να αναφερθεί όμως πως το cd αυτό κυκλοφόρησε από την Utopia (utopiamusic.gr) η οποία επαναδραστηριοποιήθηκε  και μας έδωσε τέσσερις καινούργιες κυκλοφορίες, μεταξύ των οποίων και η συγκεκριμένη. Κάθε δισκογραφική εταιρεία που ανοίγει είναι ένα σημαντικό νέο, ειδικά αυτήν την περίοδο, πολύ περισσότερο όταν έχει δώσει στο παρελθόν όμορφες δουλειές. «Η επάνοδος της Utopia στο προσκήνιο είναι ανάγκη καλλιτεχνική,
ταυτόχρονα όμως πράξη και πρόταση με διάσταση πολιτική,
ενάντια στην κατήφεια των καιρών μας. Είναι ο αντίλογος σε μιαν αυθαίρετη καταδίκη σε μαρασμό και αδράνεια όλου σχεδόν του καλλιτεχνικού και πνευματικού δυναμικού της χώρας», αναφέρεται από την εταιρεία.

Βασισμένος στον γνωστό μύθο της κατάβασης του Ορφέα στον Άδη για να βρει την αγαπημένη του Ευριδίκη, ο δίσκος αυτός δεν έχει καμία σχέση με τον προηγούμενο δίσκο, το “The Sleeping Beauties”. Τέσσερις πραγματικά εξαιρετικές, κλασικές φωνές αποδίδουν το λιμπρέτο που έγραψε ο ίδιος ο συνθέτης: η Θεοδώρα Μπάκα, η Σόνια Θεοδωρίδου, ο Νικόλας Σπανός και ο Τάσος Αποστόλου. Πολύ γνωστές φωνές, ειδικά στον κλασικό χώρο αν και όλοι σχεδόν έχουν δισκογραφήσει και έξω από αυτόν. Στον δίσκο εκτός του κύκλου του Ορφέα, υπάρχουν και δύο τραγούδια με τη φωνή της Σόνιας Θεοδωρίδου σε ποίηση Octavio Paz.


Όπως ανέφερα και πριν, πρόκειται για ακρόαμα που αποτελεί ενιαίο σύνολο και μπορείς εύκολα να παρακολουθήσεις καθώς στο cd υπάρχει ολόκληρο το λιμπρέτο. Βασικό χαρακτηριστικό του “Orfeo”, πέρα από τις ερμηνείες, είναι η μινιμαλιστική του άποψη. Ο συνθέτης χρησιμοποιεί και εδώ το keyboard σαν κύριο όργανο, δίνοντας μια παράξενη αίσθηση, μίξης κλασικού και ηλεκτρονικού με ωραίες μελωδίες τόσο στις φωνές όσο και στα μη φωνητικά μέρη.

Δύο κυκλοφορίες, ένας συνθέτης και μια εταιρεία. Ενδιαφερθείτε να ακούσετε κάτι από τις δουλειές του Βαγγέλη Κατσούλη, όποια και να είναι αυτή. Αναμφισβήτητα θα βρείτε κάποιον μουσικό χώρο που σας ταιριάζει.

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Κωστής Δρυγιαννάκης – Blown Into Breeze



Nα λοιπόν που μετά από αρκετές ακροάσεις του δίσκου αποφάσισα να γράψω μερικά λόγια γι’ αυτόν. Ο μόνος προβληματισμός που έχω για αντίστοιχους δίσκους – αντίστοιχους με την ευρύτερη έννοια  – είναι μια προφανής δυσκολία στην περιγραφή των κομματιών. Από την άλλη όμως όταν έχεις ακούσει έναν δίσκο που σου αρέσει και μάλιστα από έναν καλλιτέχνη με πολλά χρόνια παρουσίας στον συγκεκριμένο μουσικό χώρο είναι απρεπές να μην γράψεις τίποτα. Αλλά ποιόν «συγκεκριμένο μουσικό χώρο»;


Πηγαίνουμε πίσω στα 1987 όταν παρουσιάζεται ο πρώτος τόμος της “Οπτικής Μουσικής”, σε βινύλιο βέβαια, για να ακολουθήσει ο δεύτερος τόμος εφτά χρόνια αργότερα. Η μουσική που προκαλεί εικόνες ή οι εικόνες που δημιουργούν εσωτερική μουσική που καταγράφεται εξωτερικά; Μάλλον, απλά,  η σχέση εικόνας και μουσικής μέσα από ηχοσυνθέσεις αρκετά πρωτοποριακές. Σχετικά πάντα, αφού υπήρξαν και οι γκουρού του εξήντα και του εβδομήντα. Εκεί λοιπόν στα 1987 ξεκίνησε και η δισκογραφική συνεργασία με το σταθερό δίδυμο Θανάση Χονδρού και Αλεξάνδρας Κατσιάνη (οι οποίοι μαζί με τον Ντάνη Τραγόπουλο την επόμενη χρονιά -αφήνω έξω τις κασέτες-  έδωσαν την δική τους οπτική για την μουσική με το “Δημοσιουπαλληλικό Ρετιρέ”: μια οπτική που κυριολεκτικά για δεκαετίες έδωσε πολύ ιδιαίτερα ακουστικά και εικαστικά εκθέματα).
 
Από τις μουσικές καταθέσεις του Κωστή Δρυγιαννάκη αναφέρω εν τάχει την προτελευταία, πλέον, μια πολύ καλή δουλειά, το “Itenerary”, ένα 3ιντσο cd-r που κυκλοφόρησε στην More Mars Team το 2012. 

Φτάνουμε λοιπόν στο “Blown Into Breeze”. Μια κυκλοφορία σε βινύλιο και σε 350 αριθμημένα αντίτυπα. Η εμφάνιση είναι πολύ λιτή, κυριαρχεί το λευκό όπως μπορείτε να δεί κανείς στο εξώφυλλο (εδώ φαίνεται γκρι ενω δεν είναι) και λευκό είναι και το βινύλιο. Ο δίσκος περιέχει και δίγλωσσο ένθετο με τις ηχογραφήσεις που χρησιμοποιήθηκαν.


Για την δυσκολία της περιγραφής της μουσικής σας αναφέρω πως χρησιμοποιήθηκαν τα είδη: “Field Recording”, “Avantgarde”, “Experimental”, “Musique concrete” σε γνωστή βάση δεδομένων στο διαδίκτυο. Και Ηλεκτροακουστικό ακόμα. Καμία σημασία δεν έχει φυσικά το πώς θα κατηγοριοποιήσεις έναν δίσκο και το περιεχόμενό του. Η μόνη κατηγοριοποίηση που ενδιαφέρει τους ανθρώπους που ασχολούνται με την καλή μουσική, όπως την ορίζει ο καθένας για τον εαυτό του, είναι αν ο δίσκος είναι καλός ή όχι. Σίγουρα δεν ανήκει στην δεύτερη κατηγορία.



Παρ’ όλ’ αυτά, τα συνολικά τέσσερα κομμάτια του δίσκου, δύο σε κάθε πλευρά, συνθέτουν ένα ηχητικό σύνολο που δεν απευθύνεται σε αυτούς που περιμένουν να ακούσουν είτε συγκεκριμένες μελωδίες είτε συγκεκριμένα όργανα. Κι όμως, δεν χρειάζεται παρά να καθίσει κανείς με προσοχή κατά την ακρόαση και να αφήσει τις εικόνες να ξεπηδήσουν μέσα από τον δίσκο. Σύνολο ήχων δίνει σύνολο εικόνων και πάλι αυτό μπλέκεται με νέους ήχους και αυτή νομίζω είναι και η γενικότερη αντίληψη του Κωστή Δρυγιαννάκη για την μουσική (του).
Η δεύτερη πλευρά του δίσκου μου κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον. Δεν είπα μου άρεσε περισσότερο. Όμως στην… άλλη πλευρά, στη δεύτερη, και μάλιστα στο δεύτερο κομμάτι, τα ερεθίσματα είναι πιο έντονα. Ένα πολύ υποβλητικό κομμάτι, σκοτεινό, το οποίο προτείνω ανεπιφύλακτα.

…Όπως προτείνω και τον δίσκο. Μια εξαιρετική προσπάθεια, μια σύγχρονη ματιά που θυμίζει ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι για να απολαύσει κανείς είτε ως συνθέτης είτε ως ακροατής αυτό που με εφτά γράμματα ονομάζουμε μουσική.